Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2009

Κομμός










ΚΑΔΜΟΣ
Γιε μου, τα μάτια σου βασίλεψαν.
Παιδί του παιδιού μου, στήριγμα του σπιτιού.
Ατρόμητος ήσουν στην πόλη.
Ήσουν εσύ ο τιμωρός. η κορμοστασιά σου φόβιζε
τους υβριστές των γηρατειών μου.
Κι εγώ τώρα, χωρίς τιμές κι εξόριστος.
ο μέγας Κάδμος, που φύτεψα το γένος των Θηβαίων
και θέρισα τους πιο όμορφους καρπούς.



Αγαπημένε μου. κι ας πέθανες εσύ,
εγώ το πιο λατρεμένο μου κομμάτι θα σε λογαριάζω.
Τέκνο μου, το χέρι σου δε θ’ αγγίξει πια
αυτό μου το πρόσωπο.
Δε θα βάλεις στην αγκαλιά σου πια
τον πατέρα της μάνας σου παιδί μου.
Δε θα σ’ ακούω ποτέ να λες:
«Ποιος σε αδικεί παππού; Ποιος σε ατιμάζει;
Ποιος ταράζει την καρδιά σου; Ποιος είναι που σε λυπεί;
Πες μου πατέρα, τον άδικο να τιμωρήσω».


Και τώρα τρισάθλιος εγώ, δύστυχος εσύ,
βαριόμοιρη η μάνα σου, δύστυχες οι αδελφές της.
Όποιος θεούς περιφρονεί
το θάνατο αυτό να δει και ας πιστέψει.



ΧΟΡΟΣ
Πονώ μαζί με σένα κι εγώ βασιλιά.
Άξια η τιμωρία του υβριστή, μα πένθιμη για σένα.



ΑΓΑΥΗ
Δες με πατέρα, αλλού με πήγε η προτινή ζωή μου.
΄Ωι, τα χέρια μου εμόλυνα μονάχη μου.
Με τι χέρια ευλαβικά να σε σφίξω στο στέρνο μου;
Με ποια χέρια να σε κηδέψω τέκνο μου;


Πώς να σε κλάψω γιέ μου;
Πώς ν’ ασπαστώ όλα τα μέλη σου ψυχή μου;
Τη σάρκα που ανάθρεψα στα σπλάχνα μου,
πώς να προσκυνήσω;
Άχ, κακό το ριζικό σου παιδί μου!




Βοήθα με γέροντα, να ταιριάξουμε σωστά
το κεφάλι και τ’ άλλα κομμάτια του κορμιού του!
Ώι, λατρεμένο μου πρόσωπο, τρυφερό μου στόμα.
Με τί πέπλο να καλύψω τα μέλη σου;




Αχ! κομμάτια το σώμα σου, πλημμυρισμένο στο αίμα.
Ας είναι το πέπλο αυτό, το νεκρικό, σαν σάβανο.







Με αφορμή μια εικόνα από το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού της Θεσσαλονίκης.
Ο κομμός από τις Βάκχες του Ευριπίδη σε μετάφραση του φίλου Λάζαρου Παπαδόπουλου.





Αν και δεν είμαι οπαδός της Βυζαντινής Τέχνης, εκείνο που με γοητεύει στην εικόνα αυτή είναι οι θρηνούσες γυναικείες μορφές πάνω απ΄ τη Θεοτόκο. Δεν ξέρω τι θεό λάτρευε τούτος ο τεχνίτης, αλλά ζωγράφισε εδώ μια αληθινή σκηνή «βακχείου» ολοφυρμού. Ζωγράφισε τις Βάκχες. Απλές μορφές, δίχως φωτοστέφανα, με ξέπλεκα μαλλιά κι εκείνους τους κόκκινους πέπλους που μοιάζουν σαν ακόμη ματωμένοι από την ολονύχτια τελετή στον Κιθαιρώνα.

4 σχόλια:

Λερναία Ύδρα είπε...

Με αφορμή τον Κομμό των Βακχών, και αναζητώντας περισσότερα στοιχεία για το έργο, ανέσυρα από το διαδίκτυο ένα αρκετά εμπεριστατωμένο κείμενο, στο οποίο παραπέμπω για κάθε ενδιαφερόμενο:
http://www.mikrosapoplous.gr/articles/bakhes_dodds.html

flamencologio είπε...

Εξαιρετική ανάρτηση! Βρίσκω λίγο υπερβολικά κάποια σημεία της μετάφρασης αλλά γενικά είναι μια πολύ καλή μετάφραση κατά τη γνώμη μου! ΣΧΟΛΙΑ ΕΠΙΜΕΡΟΥΣ: "υβριστές των γηρατειών μου": δεν μου αρέσει.Επίσης: "σαν σάβανο" : θα το προτιμούσα σκέτο "σάβανο". Η μετάφραση είναι βυζαντινή στο ύφος. Γι' αυτό άλλωστε και η ανάρτησή σου είναι τέλεια! Όμως οι Βάκχες άλλα λένε...

flamencologio είπε...

Θα προτιμούσα πιο βακχική τη μετάφραση, ωστόσο καθιστά την ανάρτησή σου εξαιρετική. Καθόλου δεν με παραπέμπουν οι ολοφυρόμενες γυναίκες σε βάκχες. Στις Βάκχες ο μόνος που κλαίει με την παραπλανημένη μάνα[δολοφόνο) είναι ο πάππος, ο διονυσιακός όμως πάππος! Η μεσογειακή Παναγιά είναι άλλη κατηγορία οδυρμού, πλησιέστερη στο Σοφοκλή. Πιο συγκεκριμένα, ο 'υβριστής" είναι κακή λέξη για όποιον δε σεβάστηκε το θρόνο του Κάδμου. Επίσης, δεν τυλίγεις " σαν " σάβανο, αλλά σκέτο " σάβανο " ! Κατά τα άλλα η βυζαντινίζουσα μετάφραση πολύ καλή και φυσικά η ανάρτηση τέλεια!

flamencologio είπε...

ο σπαραγμένος Πενθέας σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο

ΚΑΔΜΟΣ
Παιδί μου πώς βασίλεψαν οι κόρες των ματιών σου
βλαστάρι απ'το βλαστάρι μου και φως των ομματιών μου
πούσουν κολώνα του σπιτιού της πόλης μας καμάρι
ύψωνες με το μπόι σου τον τρόμο στους εχθρούς μου
τρόμο στους άθλιους χλευαστές των άθλιων γηρατειών μου
Και νάμαι πώς κατάντησα, άθλιος, ξεφτιλισμένος
ο άλλοτε πολύκαρπος ο νικητής του κάμπου
γενάρχης όλων των Σπαρτών..εγώ...ο μέγας Κάδμος!
Μα κι άν νεκρό σ΄αγκάλιασα να ξέρεις:Ζεις για πάντα
και πάντα θάσαι ο ακριβός, πολύτιμος βλαστός μου
μονάκριβο χαμένο εσύ του τέκνου μου το τέκνο
που το γλυκό το χάδι σου μένει στο μάγουλό μου
εμένα του γονιού αυτηνής της άθλιας που σ'εγέννα!
Ποτέ πια η φωνούλα σου στ΄αυτιά μου δεν θα ηχήσει:
"Παππού ποιος σε αδίκησε;Παππού, ποιος σ΄ατιμάζει;
Ποιος την καρδιά σου σπάραξε κι όλο σε τρώει η λύπη;
Πες μου να πάω ξοπίσω του πικρά να το πληρώσει!"
Δυστυχισμένο μου παιδί τρισάθλια μαύρη μοίρα
και τρεις φορές πιο άθλια και δύσμοιρη μητέρα
και αδελφές κακόπαθες που τον θεό αγνοήσαν
Γυρίστε ν'αντικρύσετε τα έργα σας τα μαύρα!


ΧΟΡΟΣ
Ο πόνος σου είναι πόνος μου πένθιμε βασιλιά μου
Μακάρι η θεία νέμεση νάπεφτε στον Πενθέα
πούταν ο μόνος υβριστής, κι όχι σε σένα πάνω!

ΑΓΑΥΗ
Πατέρα κοίτα με καλά κοίταξε πού βαδίζω
και πού τα όσα έκαμα με πάνε και με πάνε
Μονάχη με του σπλάχνου μου το αίμα έχω μολύνει
τούτα τα χέρια τ'άθλια, τούτα τα φοίνια χέρια
που ανάξια είναι χέρια αυτά να σφίξουν το παιδί μου
στον κόρφο με ευλάβεια το μαύρο του κουφάρι
ανάξια να μοιράνουνε ανάξια να το θάψουν
αλίμονο αλίμονο πώς γιε μου να σε κλάψω
πώς ν'αγκαλιάσω με στοργή τα χέρια και τα πόδια
τ'άλκιμα ωραία μέλη σου και πώς να τα αγγίξω
που μές στο άθλιο σώμα μου σε κράτησα ψυχή μου
και άντρεψες κι ομόρφηνες και νάσαι τώρα εμπρός μου
κομμάτια σάρκας μου παιδί κομμάτια μαύρης σάρκας
πώς στα κομμάτια σου μπροστά γιε μου να γονατίσω;
Τι μαύρη μοίρα ύφανα για σε κι εμέ παιδί μου!
Ωιμέ πατέρα γέροντα έλα κοντά πατέρα
πιάσε μαζί μου δύσμοιρε να φέρω να ταιριάξω
τα μέλη το κορμάκι του το άθλιο κεφάλι
τ΄αγαπημένα χείλη του τα μάτια τα μαλλιά του
φέρε το μαύρο σάβανο και πώς να τα σκεπάσω ;
που μόνη μου η βαριόμοιρη τα έπνιξα στο αίμα..."

(απόδοση δική μου)