Τρίτη, 18 Αυγούστου 2009

Βουγ-Ζαργάλ



Ξαναδιάβασα μετά από πολλά χρόνια τον «Βουγ-Ζαργάλ» (Bug-Jargal), αυτή την εκπληκτική νουβέλα του Βίκτωρος Ουγκώ. Το έργο πρωτογράφτηκε σε μορφή διηγήματος το 1818, όταν ο συγγραφέας ήταν μόλις 16 ετών. Οκτώ χρόνια αργότερα το ξαναδούλεψε και το δημοσίευσε στη μορφή που το ξέρουμε σήμερα.
Είναι η ιστορία του αφρικανού πρίγκιπα Βουγ-Ζαργάλ που ζει σκλαβωμένος στις φυτείες ζαχαροκάλαμου της Αϊτής. Με φόντο την επανάσταση των δούλων του νησιού, ο Ουγκώ αφηγείται την περιπετειώδη φιλία του αφρικανού μ’ ένα γάλλο λοχαγό, τον Ωβερναί, τον έρωτά τους για την ίδια γυναίκα και τελικά τον ηρωικό θάνατο του πρίγκιπα.
Δεν ήταν λίγες οι στιγμές που –δεν διστάζω να το πω- δάκρυσα, γιατί τα μεγάλα έργα είναι φτιαγμένα για να μας παρασέρνουν συναισθηματικά, αυτή είναι η αξία τους, η ομορφιά τους, έτσι πιστεύω εγώ. Κι αυτό συμβουλεύω να κάνει κάθε αναγνώστης: ν’ αφήνεται σ’ αυτό που διαβάζει. Το ίδιο ισχύει βέβαια για όλες τις μορφές της Τέχνης. Πρώτα λειτουργεί το συναίσθημα και κατόπιν η λογική. Πρώτα νοιώθουμε κι ύστερα αναλύουμε.

Ο «Βουγ-Ζαργάλ» μοιάζει σαν ένα κοντσέρτο για δυο σολίστες και ορχήστρα, όπου τo piano με τo forte, το allegro με το adagio, το maestoso με το semplice, το con fuoco με το tranquillo, διαδέχονται τό’ να τ’ άλλο με τoν σαγηνευτικό τρόπο της ρομαντικής σύνθεσης. Ο Ουγκώ, εμβληματική μορφή του Ρομαντισμού και πιστός στις αρχές του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης, γράφει μια ιστορία που συνοψίζει τόσο τις τρεις βασικές αρχές Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφότητα όσο και τις πολυδιάστατες αισθητικές και ιδεολογικές αναζητήσεις της εποχής του (Οριενταλισμός, ευγενής άγριος κλπ).
Η συγκίνηση που προκαλεί ο «Βουγ-Ζαργάλ» είναι μεγάλη όταν αναλογιστεί κανείς ότι η εξέγερση των δούλων την οποία περιγράφει, είναι η μοναδική στην ιστορία που πέτυχε και γίνεται ακόμα μεγαλύτερη αν θυμηθούμε πως η απελευθερωμένη Αϊτή, πρώτη απ’ όλον τον κόσμο αναγνώρισε επίσημα το νεοσύστατο Ελληνικό Κράτος.

Το παλιό μου βιβλιαράκι είναι μια σπάνια έκδοση της δεκαετίας του ’50 από τη σειρά «Τα ωραιότερα βιβλία του κόσμου» (εκδ. Δημητράκου), σε μετάφραση του Τάκη Μπάρλα και εικονογράφηση αγνώστου (εκδόσεις Δημητράκου). Το έργο έχει ξαναεκδοθεί πρόσφατα από τις εκδόσεις Ηριδανός σε μετάφραση Βαρβάρας Νουνοπούλου.

Σάββατο, 8 Αυγούστου 2009

Δυο τραγούδια του Αυγούστου

Πριν από καμιά εικοσαριά χρόνια βιντεοσκοπήθηκαν αυτά τα δυο τραγούδια (δεν θυμάμαι ούτε την ημερομηνία ούτε τον σκηνοθέτη), για την τότε ΕΤ2. Ο Βασίλης Γισδάκης τραγουδάει με την αθωότητα που τον διακρίνει μέχρι σήμερα και που ταιριάζει απόλυτα στους στίχους και στη μουσική. Παίζουν, ο Τάσος Καρακατσάνης και η Στέλλα Κυπραίου.

video

Τα γυρίσματα είχαν γίνει στο Καβούρι και στο αείμνηστο στούντιο της Columbia στον Περισσό, με το θρυλικό Bosendorfer που δεν ξέρω τι απέγινε το καημένο. Το πιάνο αυτό, ένα προκλητικά γοητευτικό όργανο, είχε αγοραστεί γύρω στο '62, μεταχειρισμένο, μετά από σύσκεψη (!) στην οποία συμμετείχαν μεταξύ άλλων ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης. Εννοείται ότι για τα γυρίσματα στην ακροθαλασσιά, που ήταν βέβαια playback, μεταφέρθηκε ένα άλλο πιάνο.

video

Η εκπομπή εκείνη, ήταν ένα αφιέρωμα στον Ελύτη, με τραγούδια του Μιχάλη Τρανουδάκη. Εκτός από τον Γισδάκη, τραγούδησε φυσικά και η Αφροδίτη Μάνου. Μαζί με τα τραγούδια της "Ποδηλάτισσας" παρουσιάστηκαν και τρία από τα "Επτά Νυχτερινά" (επτάστιχα) με τον συνθέτη στο πιάνο, ενώ για τον Ελύτη μίλησε ο Ευγένιος Αρανίτσης.

Οδός Ευνούχων και Κουναβιών γωνία

Ένα θαυμάσιο κείμενο του Θανάση Ν. Παπαθανασίου*, που διάβασα στο "Φλαμενκολόγιον" και δεν δίστασα να το αντιγράψω. Δεν τον ξέρω τον συγγραφέα, αλλά αν τα κείμενά του είναι σαν κι αυτό, πρόκειται για μάστορα και στη σκέψη και στο γράψιμο.



«Είναι περίεργη η συμβολή της οδού Ευνούχων με την οδό Κουναβιών. Αμφότερες αφορούν σακάτηδες. Όχι όμως οποιουσδήποτε. Είναι οι δρόμοι εκείνων που οι ίδιοι αποφάσισαν τον ακρωτηριασμό τους. Παρ' όλ' αυτά, είναι δυο δρόμοι εντελώς διαφορετικοί μεταξύ τους και όσον αφορά το πού πάει ο καθένας και όσον αφορά το ποιοι πάνε στον καθένα. Επισκεφτείτε τη διασταύρωση αυτή. Μα, μη λυπηθείτε όλους τους ακρωτηριασμένους.
Γιατί να λυπηθείτε τα κουτσά κουνάβια; Αν δεν είχε προλάβει ο Καβάφης, είμαι απολύτως σίγουρος πως κουνάβι θα είχε πρωτογράψει το ποίημα Che fece... il gran rifiuto. Κουνάβι γαρ είναι το ζώο που, όταν πιαστεί το πόδι του στο δόκανο, προτιμά να κόψει το αιχμαλωτισμένο πόδι του και να φύγει. Ελεύθερο, απροσκύνητο και ες αεί ακρωτηριασμένο. Όσα χρόνια κι αν ακολουθήσουν, δεν θα περάσει ούτε μια στιγμή (κυριολεκτικά, ούτε μία!) που να μην είναι πλέον στοιχείο της ύπαρξής του η οδύνη του ακρωτηριασμού. Στοιχείο του η οδύνη, και στοιχειό της μια επίγνωση: ότι κι αν πήγαινε πίσω στο χρόνο, στη στιγμή της παγίδευσης, πάλι το ίδιο θα έκανε. Το κουνάβι δεν άφησε στο δόκανο κάποιο ανεπιθύμητο φορτίο, κάτι που του περίσσευε. Άφησε τον εαυτό του, ακριβώς για να κρατήσει ελεύθερο τον εαυτό του. Θυμίζει την περίεργη, αντινομική φράση του Χριστού: όποιος θέλει να βρει την ψυχή του, οφείλει να τη χάσει. Το κουνάβι δεν θα το λυπηθεί κανείς. Οι μισοί δεν το λυπούνται, διότι ξέρουν πως είναι κερδισμένο, με αρτιμελή την αξιοπρέπειά του. Οι άλλοι μισοί πάλι δεν το λυπούνται, διότι ούτε που τους περνάει από το νου η οδύνη του. Οδύνη που δεν διαλαλιέται, είναι οδύνη που πάει - λένε - , πέρασε.
Δείτε τους καϋμένους τους ευνούχους. Περιδιαβαίνουν το δρόμο τους, ίδιοι άρχοντες. Δεν κουτσαίνουν, δεν εμποδίζονται να πηδήξουν, δεν δυσκολεύονται να χορέψουν, δεν μένουν πίσω. Είναι στην καρδιά των γεγονότων και αποφασίζουν για τις μοίρες άλλων. Δουλειά τους είναι να συμβουλεύουν βεζύρηδες, να πιάνουν πόστα, να εποπτεύουν χαρέμια, να υπηρετούνται από γιουσουφάκια, να στήνουν δόκανα. Ο ευνούχος ξέρει καλά πόσο καίρια είναι η θέση του, και τρέμει στην ιδέα να τη χάσει. Αν με μια μαγική κίνηση θα μπορούσε να ξαναποκτήσει τα όργανα που τώρα στερείται, και να βρισκόταν ταυτόχρονα έξω από το πόστο, και πάλι θα επέλεγε τον ευνουχισμό του ή μάλλον, για να ακριβολογούμε, τον αυτοευνουχισμό του. Διότι αυτός ήταν το κλειδί της εισόδου του στην αυλή. Ευνούχος είναι το ον το οποίο απομένει από εκείνον που είναι πρόθυμος να θυσιάσει την ικανότητά του προς ευνήν, ώστε να γίνει άκαρπος και ως εκ τούτου δεκτός σε ό,τι πιο άκαρπο: στη χορεία των νεμομένων την εξουσία.
Η διασταύρωση των οδών Ευνούχων και Κουναβιών είναι αληθινά πεδίο μάχης. Αυτό που για τον ευνούχο είναι το θέλγητρο, είναι δόκανο για το κουνάβι. Ο ευνούχος θυσιάζει κι άλλα, προκειμένου να μη φύγει ποτέ από το δόκανο. Τρέμει στην ιδέα να μην τον παίζουν οι άλλοι ευνούχοι, και ταυτόχρονα αφρίζει με όσους δεν θέλουν να παίξουν μαζί τους. Ο ευνούχος έχει θάψει βαθειά στη γη την ακεραιότητά του, μα στο κουνάβι επισείει το κομμένο πόδι σαν απειλή για τα χειρότερα, χωρίς να καταλαβαίνει ότι το πόδι αυτό είναι για το κουνάβι απόκομμα εισητηρίου για την ελευθερία - πανάκριβο για την πανάκριβη. Στην περίπτωση των ευνούχων το ρήμα "χορεύω" λειτουργεί ταυτοχρόνως ως αμετάβατο και ως μεταβατικό. Ο ευνούχος χορεύει (ανήκει όντως στην ομήγυρη των χορευόντων), και ταυτοχρόνως χορεύει άλλους πολλούς (στο ταψί, στην καριέρα ή όπου αλλού). Είναι όμως ανήμπορος να χορέψει τα κουνάβια. Αν περάσετε απλώς ως επισκέπτες τη διασταύρωσή μας (τι τύχη κι αυτή, να βρεθεί κανείς εκεί μονάχα ως επισκέπτης!), λυπηθείτε τους ευνούχους. Είναι οι μόνοι καϋμένοι. Ανεπανόρθωτα εθελόδουλοι, γίνονται δυστυχείς μόλις αγγίξει τα πνευμόνια τους ο αέρας της ελευθερίας που φέρνει μαζί του κάποιο διερχόμενο κουνάβι δίχως να κλίνει την κεφαλή του επί δεξιά.
Σκέφτομαι μήπως ο λόγος περί Ευνούχων και Κουναβιών ακούγεται πολύ σχηματικός, πολύ εύκολος, ίσως και πολύ αφοριστικός. Αν τυχόν ακούγεται έτσι, σκεφτείτε απλώς ότι η ευκολία μπορεί να είναι των λόγων - όχι πάντως των δρόμων. Πώς να το κάνουμε; Κάθε χάρτης είναι επίπεδος και ιλλουστρασιόν, είτε απεικονίζει λεωφόρο, είτε γκρεμούς. Ουδείς ποτέ πορεύτηκε πάνω στον χάρτη. Το δίλημμα περί των οδών θα παραμείνει ακέραιο και θα περιμένει τους περιπατητές, με την αιώνια υπομονή που έχουν τα δόκανα, με την απύθμενη λαγνεία που ασκεί η ισχύς.»

* Ο Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, είναι Δρ. Θεολογίας,καθηγητής στη Μέση Εκπαίδευση και αρχισυντάκτης του περιοδικού Σύναξη