Τρίτη, 7 Ιουλίου 2009

Φαίδρα ή η απόγνωση


Η Φαίδρα τα κάνει όλα. Εγκαταλείπει τη μητέρα της στον ταύρο, την αδερφή της στη μοναξιά: δεν την ενδιαφέρουν αυτές οι μορφές της αγάπης. Εγκαταλείπει τον τόπο της όπως απαρνιόμαστε τα όνειρά μας. Απαρνιέται το σόι της όπως ξεπουλάμε τις αναμνήσεις μας. Μέσα σ’ αυτόν τον κύκλο όπου η αθωότητα είναι μια αμαρτία, παρίσταται με αηδία σ’ αυτό που θα καταλήξει να γίνει. Η μοίρα της, ιδωμένη απ’ έξω, της προκαλεί τη φρίκη. Δεν την γνωρίζει ακόμα παρά στη μορφή των ξερών επιγραφών πάνω στα τείχη του Λαβυρίνθου: ξεφεύγει, με τη φυγή, από το φρικτό μέλλον της. Παντρεύεται αφηρημένα τον Θησέα, όπως η Αγία Μαρία η Αιγυπτία πλήρωνε με το κορμί της το αντίτιμο των ταξιδιών της. Αφήνει να βουλιάξουν στη Δύση μέσα σε μια καταχνιά από μύθους τα γιγαντιαία σφαγεία εκείνης της Κρητικής Αμερικής. Ξεμπαρκάρει ποτισμένη από τις μυρωδιές του ράντσου και τα φαρμάκια της Αϊτής χωρίς να υποψιάζεται πως κουβαλά μέσα της τη λέπρα που άρπαξε κάτω από έναν φλογερό Τροπικό της καρδιάς. Το θάμβος της στη θέα του Ιππόλυτου είναι θάμπωμα μιας ταξιδιώτισσας που ανακαλύπτει ότι παλινδρόμησε χωρίς να το ξέρει: το προφίλ αυτού του παιδιού της θυμίζει την Κνωσό και το πελέκι το δίκοπο. Το μισεί, το ανασταίνει. Όσο μεγαλώνει τη μάχεται, απωθημένος από το μίσος της, συνηθισμένος να δυσπιστεί από πάντα προς τη γυναίκα, αναγκασμένος, από το κολλέγιο κιόλας, από τις διακοπές της Πρωτοχρονιάς κιόλας, να υπερπηδά τα εμπόδια που του όρθωνε γύρω του η έχθρα μιας μητριάς. Αυτή, ζηλεύει τα βέλη του, με άλλα λόγια τα θύματά του, τους συντρόφους του, με άλλα λόγια τη μοναξιά του. Μέσα σ’ αυτό το παρθένο δάσος που είναι ο τόπος του Ιππόλυτου, έμπηξε άθελά της τους πασσάλους του ανακτόρου του Μίνωα: μέσα από αυτές τις ανάλαφρες τις ομίχλες, χαράζει το μονόδρομο μονοπάτι της Μοίρας. Κάθε στιγμή που περνά δημιουργεί τον Ιππόλυτο. Ο έρωτάς της είναι σίγουρα μία αιμομιξία. Δεν μπορεί να σκοτώσει αυτό το αγόρι χωρίς να διαπράξει ένα είδος παιδοκτονίας. Κατασκευάζει την ομορφιά του, την αγνότητά του, τις αδυναμίες του. Τις αντλεί από τα βάθη του εαυτού της. Απομονώνει την αποκρουστική του αγνότητα για να μπορέσει να τη μισήσει κάτω από τη μορφή μιας ανούσιας παρθένας: απ’ όλα τα κομμάτια σφυρηλατεί την ανύπαρκτη Αρίκη. Μεθάει από τη γεύση του ανέφικτου, του μόνου αλκοόλ που πάντα χρησιμεύει σαν βάση για όλες τις αναμίξεις της δυστυχίας. Μέσα στο κρεβάτι του Θησέα έχει την πικρή απόλαυση να απατά, στην πραγματικότητα αυτόν που αγαπά και στη φαντασία της αυτόν που δεν αγαπά. Είναι μητέρα: έχει παιδιά όπως θα είχε τύψεις. Μέσα στα νοτισμένα από τον πυρετό σεντόνια παρηγοριέται με εξομολογήσεις ψιθυριστές που ανατρέχουν στις ομολογίες των παιδικών χρόνων, που ψελλίζονται στο λαιμό της τροφού. Βυζαίνει τη δυστυχία της: που στο τέλος γίνεται η άθλια θεραπαινίδα της Φαίδρας. Μπροστά στην ψυχρότητα του Ιππόλυτου μιμείται τον ήλιο όταν χτυπά ένα κρύσταλλο: μεταμορφώνεται σε φάσμα. Δεν κατοικεί πια στο σώμα της παρά σαν στην ίδια την κόλασή της. Ξαναπλάθει μέσα στα βάθη του εαυτού της το Λαβύρινθο μέσα στον οποίο αναγκαστικά ξαναβρίσκεται: ο μίτος της Αριάδνης δεν της επιτρέπει πια να βγει απ’ αυτόν αφού τον τυλίγει γύρω από την καρδιά της. Γίνεται χήρα. Μπορεί επιτέλους να κλάψει χωρίς να την ρωτάνε γιατί. Αλλά το μαύρο δεν ταιριάζει σ’ αυτή τη σκοτεινή μορφή: μέμφεται το πένθος της που ξεγελάει τον πόνο της. Απαλλαγμένη απ’ τον Θησέα φέρει την ελπίδα της σαν μια επαίσχυντη μεταθανάτια εγκυμοσύνη. Ασχολείται με την πολιτική για να ξεδώσει ο νους της. Δέχεται την Αντιβασιλεία όπως θ’ άρχιζε να πλέκει ένα σάλι. Η επιστροφή του Θησέα έρχεται πολύ αργά για να την ξαναγυρίσει στον κόσμο των τύπων όπου καταλύει αυτός ο κρατικός άνδρας. Δεν μπορεί να ξαναγυρίσει σ’ αυτόν παρά μόνο μέσ’ από το ρήγμα μίας υπεκφυγής. Εφευρίσκει, μία-μία απόλαυση, το βιασμό για τον οποίο κατηγορεί τον Ιππόλυτο, έτσι που το ψέμα της είναι γι’ αυτήν ένας κορεσμός. Λέει την αλήθεια: έχει υποστεί τις χειρότερες προσβολές. Η απάτη της δεν είναι παρά μια ερμηνεία. Παίρνει φαρμάκι, αφού είναι μιθριδατισμένη ενάντια στον εαυτό της. Η εξαφάνιση του Ιππόλυτου ανοίγει το κενό γύρω της. Ρουφηγμένη απ’ αυτό το κενό καταποντίζεται μέσα στο θάνατο. Εξομολογείται, προτού πεθάνει, για να έχει για μια τελευταία φορά την απόλαυση να μιλήσει για το έγκλημά της. Δίχως ν’ αλλάξει ο τόπος, ξαναβρίσκεται στο οικογενειακό ανάκτορο όπου το σφάλμα είναι μια αθωότητα. Σπρωγμένη από τη συρροή των προγόνων της, γλιστρά μέσα σ’ αυτούς τους διαδρόμους του μετρό, τους γεμάτους από μια μυρωδιά ζώου, όπου τα κουπιά σκίζουν τα λιπαρά νερά της Στυγός, όπου οι γυαλιστερές ράγες δεν προτείνουν άλλο από αυτοκτονία ή αναχώρηση. Βαθιά μέσα στις γαλαρίες της χθόνιας Κρήτης θα τον ξαναβρεί τελικά τον νεαρό άντρα, παραμορφωμένον από τις δαγκωματιές του θηρίου, αφού, για να τον ανταμώσει, θα έχει στη διάθεσή της όλους τους ελιγμούς της αιωνιότητας. Δεν τον έχει ξαναδεί από τη μεγάλη σκηνή της τρίτης πράξης. Εξαιτίας του είναι που έχει πεθάνει. Εξαιτίας της είναι που δεν έχει ζήσει. Δεν της οφείλει άλλο από το θάνατο. Του οφείλει τα τινάγματα μιας ακατάπαυστης αγωνίας. Έχει το δικαίωμα να τον καταστήσει υπεύθυνο για το έγκλημά της, για την ύποπτη αθανασία της στα χείλη των ποιητών που θα τη μεταχειριστούν για να εκφράσουν τις αιμομικτικές βλέψεις τους, όπως μπορεί, ο οδηγός που κείται πάνω στο δρόμο με συντριμμένο κρανίο, να κατηγορήσει το δέντρο πάνω στο οποίο επήγε και χτύπησε. Σαν όλα τα θύματα, υπήρξε ο δήμιός της. Λόγια συγκεκριμένα θα βγουν επιτέλους από τα χείλια της, που η ελπίδα δεν θα τρεμουλιάζει πια. Τι θα πει; Αναμφίβολα ευχαριστώ.


Πλάι σου, στο αεροπλάνο, δεν φοβάμαι πια τον κίνδυνο. Δεν πεθαίνομε παρά μόνοι.


Ποτέ δεν θα νικηθώ. Μόνο η νίκη θα με τσακίσει. Καθώς η κάθε ματαιωμένη ενέδρα με κλείνει μέσα στον έρωτα που στο τέλος θα γίνει ο τάφος μου, θα τελειώσω τη ζωή μου μέσα σ’ ένα μπουντρούμι από νίκες. Μόνη η ήττα, βρίσκει τα κλειδιά, ανοίγει τις πόρτες. Για να προλάβει τον δραπέτη, ο θάνατος, αναγκαστικά κινητοποιείται, χάνοντας εκείνη την ακαμψία που μας κάνει και τον αναγνωρίζομε σαν το σκληρό αντίστροφο της ζωής. Μας δίνει το τέλος ενός κύκνου χτυπημένου πάνω στο πέταγμά του, του Αχιλλέα που δεν γνωρίζομε ποια σκοτεινή Κρίση άδραξε από τα μαλλιά. Όμοια με τη γυναίκα που έσκασε μέσα στο διάδρομο του σπιτιού της στην Πομπηία, ο θάνατος δεν κάνει τίποτε άλλο από το να προεκτείνει , στον άλλο κόσμο, τους διαδρόμους της φυγής. Ο δικός μου ο θάνατος θα ‘ναι από πέτρα. Γνωρίζω τα περάσματα, τις γέφυρες που σηκώνονται, τις παγίδες, όλες τις καταχθόνιες σήραγγες της Μοίρας. Δεν μπορεί να χαθώ μέσα σ’ αυτά. Για να με σκοτώσει, ο θάνατος, θα χρειαστεί τη συνενοχή μου.


Έχεις προσέξει ότι οι εκτελεσμένοι σωριάζονται, πέφτουν στα γόνατα; Χαλαροί, σε πείσμα των σκοινιών τους, λυγίζουν σαν να λιγοθυμούνε εκ των υστέρων. Κάνουνε σαν κι εμένα. Λατρεύουν το θάνατό τους.


Δεν υπάρχει δυστυχισμένος έρωτας: δεν κατέχομε παρά εκείνο που δεν κατέχομε. Δεν υπάρχει έρωτας ευτυχισμένος: αυτό που κατέχομε δεν το κατέχομε πια.


Τίποτα δεν έχω να φοβηθώ. Έχω φθάσει στον πάτο. Δεν μπορώ να πέσω πιο χαμηλά από την καρδιά σου.



(Marguerite Yourcenar "ΦΩΤΙΕΣ", μετάφραση Ιωάννας Δ. Χατζηνικολή, εκδ. Χατζηνικολή, 1984)


2 σχόλια:

Λερναία Ύδρα είπε...

Εφιαλτικό αλλά και εθιστικό!

flamencologio είπε...

Ναι, συμφωνώ με το Φράνκυ, η Φαίδρα της Γιουρσενάρ είναι addictive! Αυτός ο κόμβος των μυθολογικών κύκλων την καθιστά το αρνητικό(negatif)της Μήδειας. Αυτή ζει τον παραλογισμό του πάθους, η άλλη παράγει το πάθος μεθοδευμένα και καταργεί τον παραλογισμό της εξουσίας. Οι έννοιες είναι αλληλοαποκλειόμενες, καθώς η ανδρική εξουσία συνθλίβει το πάθος, καθώς η γυναικεία φύση εγείρεται και συνείρει όλες τις παραστάσεις μιας liminal (οριακής) περιοχής, στα μετόπισθεν του στίβου της καθημερινότητας, στην κορυφογραμμή που χωρίζει τον εν πόλει βίο από την αγριότητα, στην ουδό του πόνου που προκαλεί ο θάνατος. Η "πόλις"και η διαδοχή στο θρόνο της εξουσίας αφορούν τη φαλλικότητα και τον εν οίκω βίο, σε αντίθεση με το ξεκαπίστρωτο άτι που( και ετυμολογικά ακόμη) είναι ο Ιππόλυτος. Ξαμολημένος. Με το έτσι θέλω λάτρης. Η θεά ("πολιτική"θεά αυτή) δεν το ανέχεται. Εκείνος όμως βυθίζεται σε καταγώγια αρχαίων βλαστικών θεοτήτων, ωμοφαγικών, αυτό συνιστά το όργιό του, όχι ο έρως, ούτε στην ουράνια ούτε στην πάνδημη εκδοχή του. Ο έρως έρχεται εκβιαστικά, βιαστικά, με μήτιδα (ruse, disguise)να του επιδοθεί ως επιστολή καταδικαστική, ως απόφανση του δικαστηρίου των εν πόλει θεών, των εν πόλει ανδρών. Ο ταύρος θα αναλάβει, βεβαίως βεβαίως. Τα υπολείμματα του εφίππου ιππο-λύτου είναι αυτά που ιχνηλατώνται στο θεατρικό έργο του Πήτερ Σάφερ Equus: είναι ένα προσωπείο που περνά στην ευρωπαϊκή παράδοση ως συνώνυμο της μη επιτελεσμένης ενήβωσης, της μη ενσωμάτωσης στην "πόλιν". Ο Ευριπίδης δεν είναι παρά ο πρώτος διδάξας που σώζεται στο χρόνο:ποιος ξέρει τι θα είχε να μαρτυρήσει το έπος και η ελεγεία...αν...