Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2008

Cabinet de curiosites 3


Αυτός είναι ο περίφημος Ζοζέφ Μπουλόν, Ιππότης του Αγίου Γεωργίου (Joseph Boulogne, Chevalier de Saint-Georges (1739-1799), ένας από τους πρώτους έγχρωμους συνθέτες στην ιστορία του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού, και μια εκθαμβωτική προσωπικότητα της
εποχής του.
Εξώγαμο παιδί ενός Γάλλου ευγενούς κτηματία των αποικιών και μιας μαύρης σκλάβας από τη Σενεγάλη, γεννήθηκε στη Γουαδελούπη και σε ηλικία 10 ετών ο πατέρας του τον έφερε στο Παρίσι και τον έβαλε σ' ένα καλό σχολείο, όπου ο μικρός έλαβε, μεταξύ των άλλων, καλλιτεχνική παιδεία και εξασκήθηκε στις τέχνες του πολέμου.
Μεγαλώνοντας έγινε το επίκεντρο της γαλλικής κοινωνικής ζωής, γνωρίζοντας τεράστια επιτυχία ως ξιφομάχος, ιππέας, σκοπευτής, δρομέας, χορευτής και βιρτουόζος βιολιστής, έμελλε όμως να μείνει στην ιστορία σαν «ο Μαύρος Μότσαρτ» ή «ο Βολταίρος της Μουσικής», αφήνοντας κληρονομιά μία σειρά από συμφωνίες και κοντσέρτα για βιολί.
Η μουσική του, γεμάτη χάρη και ευαισθησία, μπορεί να μην κρύβει μεγάλες συναισθηματικές εξάρσεις ή βαθυστόχαστους φιλοσοφικούς προβληματισμούς, αλλά είναι ακριβώς η μουσική που γραφόταν στο Παρίσι εκείνη την εποχή, συγκαταλέγεται δε στα κορυφαία δείγματα της γαλλικής κοντσερτάντε μουσικής του τέλος του 18ου αιώνα.

Παραθέτω δυο αποσπάσματα για τον Σαιν-Ζωρζ από κείμενα ανθρώπων που τον γνώρισαν:
“Saint-Georges, le roi des gymnastes, Saint-Georges, l'élégant mulatre, l'homme à la mode, l'homme supérieur dans tous les exercise du corps, Saint Georges devina un rival dans ce jeune homme qui osait se lancer prés de lui dans la carrière.”
(Alexandre Dumas, Le Collier de la Reine)

17 May 1779- “Landais gave us an account of St-George at Paris, a mulatto man…St-Georges is the most accomplished man in Europe in riding, running, shooting, fencing, dancing, music. St-George will hit the button on the coat or waistcoat of the greatest masters. He will hit a crown-piece in the air with a pistol ball.”
(Journal of John Adams, Second President of the United States)

* Η περίπτωση του Σαιν-Ζωρζ μου έφερε στο νου τον άλλο μεγάλο "mulatto man" του Ευρωπαϊκού Πνεύματος, τον Πούσκιν.

Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2008

Διήγημα

Πολύ χαίρομαι που αναρτώ άλλο ένα διήγημα του Νίκου, ανέκδοτο κι αυτό. Λένε ότι οι μισοί Έλληνες έχουν το ψώνιο του ποιητή, αλλά μου φαίνεται οτι και οι άλλοι μισοί έχουν το ψώνιο του εκδότη.


ΤΟ ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ



Της είχε υποσχεθεί ένα πορτραίτο.

Έτσι όπως την αντίκρισε στο φόντο ενός ριντώ και μιας παλιάς ντιβανοκασέλας, στη ζεστασιά του τεϊοποτείου, και τα μάτια της κοκκίνιζαν από ένα τζάκι ανύπαρκτο. Οι πτυχές του πουλόβερ της γύρω στο στήθος ήταν νεανικές. Σπάνια τον κοίταζε στα μάτια.
Σήμερα είχαν έλθει σκαστοί να πιουν ένα τσάι στα κλεφτά, δραπετεύοντας μετά τη δουλειά. Πάντως το είχαν ανάγκη, και μάλιστα να συνοδεύεται από κονιάκ. Τελικά παρήγγειλαν ένα μπέρμπον με φυστίκια και ένα Kip Ρουαγιάλ.
Οι γύρω ήταν θαμποί και οι φωνές τους μπήκαν στο ραλαντί, τα φώτα χαμήλωσαν μόνο για τους δυο τους, ο καπνός ανέβαινε, σύννεφα σύννεφα, σαν θεατρικό τρικ. Ένα μικρό στρογγυλό τραπεζάκι φερ φορζέ με μάρμαρο και λουλουδάκια, χωρίς κεριά.

Σκέφτηκαν μια πραγματική απόδραση.
Στη Ρώμη, θα πήγαιναν στη Ρώμη.
Θα νοίκιαζαν –δεν τόλμησαν να σκεφτούν «θα αγόραζαν»- ένα οροφοδιαμέρισμα από εκείνα τα ψηλοτάβανα νεοκλασικά της Πιάτσα Ναβόνε, με τις τοιχογραφίες και τα ροκοκό αγγελάκια που παίζουν λύρα στις γωνίες, και με τους ερωτιδείς στο γείσο του πολυέλαιου, με τις βαριές κουρτίνες και τις τετραπλές μπαλκονόπορτες, που θα άνοιγαν σε μια μισογκρεμισμένη κτιστή βεράντα, όλο μαραμένα δενδρύλλια βουκαμβίλιας και κυρίως κάκτους. Με ημίφως το βράδυ και ανάκλιντρα. Με μια μεγάλη βιβλιοθήκη και τα ποιήματα του Λεοπάρντι.

Της είχε υποσχεθεί το πορτραίτο της. Πήρε τώρα την πένα κι άρχισε να πετά δυο-δυο τις πινελιές. Έφτιαξε πρώτα τα σουφρωμένα χείλια, που τρεμόπαιζαν έτοιμα να ξεστομίσουν ένα λυγμό ή μια βρισιά, και που στη σχολική γιορτή τα είχε βαμμένα, μια και μοναδική φορά. Τότε που είχαν ντυθεί και οι δυο σαν φυστικοβούτυρο. Μετά ζωγράφισε ένα χείμαρρο από ξανθά μαλλιά του σταχυού και ένα βαρύ σκουλαρίκι να κρέμεται από το ένα αυτί.
Έπειτα ζωγράφισε το άρωμά της.

Θρυμματιζόταν στα λόγια τους το ίνδαλμα της Ρώμης, με τους μαχαλάδες. Γελούσαν τώρα, ξεκαρδίζονταν, βρίσκονταν ήδη στο Πίντσιο, όταν άρχισαν –λέει- οι πρώτοι καβγάδες. Θα ήταν ντυμένη με μαύρες γυαλιστερές μπότες και θα ‘χε κουβαλήσει στο διαμέρισμά τους μια από εκείνες τις άγριες τις Ιταλίδες που σε ευνουχίζουν με την πρώτη ματιά.
Και δώστου να γελούν…

Παράγγειλαν ένα δεύτερο Kip Ρουαγιάλ.

Κι εσύ. Του λέει. Θα ‘σαι ντυμένος με μια ρομπ ντε σαμπρ βυσσινί χρώματος και θα περιφέρεσαι σαν νοικοκυρά στους δρόμους, θα πηγαίνεις στο μανάβη κι εγώ θα σε κλειδώνω έξω από το σπίτι και θα παρακαλάς γονατιστός στις μπότες μου θα τις φιλάς. Και η ιταλίδα θα φωνάζει με επιείκεια από μέσα άστον καλέ να μπει. Καρίσσιμα, λάσα, λάσα!
Και δώστου να γελούν…

Την οικοδόμησαν, αυτή τη Ρώμη τη σύγχρονη, την παρακμιακή, με τις πουτάνες στην Αππία οδό και τις εργατικές κατοικίες, την οικοδόμησαν τη Ρώμη του Βισκόντι, των κλειστών δωματίων και της ηδυπάθειας, και πάλι να η βεράντα με τις βουκαμβίλιες και είναι Άνοιξη. Έχουν βάλει Τζένεσις στο μαγνητόφωνο.
Την οικοδόμησαν μόνοι τους σε μια τσαγερία του Νέου Ψυχικού, και μετά μπήκαν στο αυτοκίνητό του καθένας. Στο αυτοκίνητο που πηγαινοέρχεται σαν τη σαΐτα του αργαλειού Θήβα Αθήνα κι Αθήνα Θήβα, ένα ολόκληρο χρόνο.
Και μετά τη γκρέμισαν.

Πρόλαβε όμως, κάπως σαν να πρόλαβε, την ώρα που η Ρώμη κατέρρεε ολόγυρα, να διατηρήσει ένα άγγιγμα.
Και ζωγράφισε το λευκό της χέρι να ξεπροβάλλει μέσα από ένα μαύρο πόντσο και τα ξανθά μαλλιά της μέσα από ένα μαύρο δικτυωτό καπέλο. Το μεγάλο κόσμημα στο αυτί το αριστερό, και τα κόκκινα χείλια, με μιαν ικμάδα που τρυπά τα μάτια. Ένα άλικο κόκκινο, σαν να’ χε δαγκώσει το αγκάθι μιας τριανταφυλλιάς.
Η σύνθεση είχε μιαν αιματηρή στιλπνότητα, σαν να γινόταν σφαγή.
Και τελευταία άφησε τα μάτια. Δυσκολεύτηκε να αποδώσει το τσακίρικο χρώμα τους, ένα πρασινωπό γκρίζο, στην απόχρωση της ξεθωριασμένης χλόης. Ανταύγειες μια λίμνης όλο νούφαρα. Όμως, η Ρώμη τους είχε αφανιστεί, μέσα στην κολλώδη καθημερινότητα.

Πήρε το πορτραίτο και το κρέμασε στο δωμάτιό του.
Έμεινε να το κοιτά…

Νίκος Ξένιος