Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2009

Τα θεατρικά του Γιάννη Ρίτσου









Το ότι ο Ρίτσος εκτός από τα ποιητικά του έργα έγραψε και τέσσερα θεατρικά, λίγοι το γνωρίζουν. Και θα παρέμεναν άγνωστα τα έργα αυτά, αν δεν φρόντιζε ο Κώστας Νίτσος, φίλος του ποιητή, να τα εκδώσει με περισσή αγάπη, υψηλή αισθητική και επιστημονική αρτιότητα.

Ο Νίτσος, σεβάσμια μορφή του Θεάτρου αλλά και της Δημοσιογραφίας, άνθρωπος αταλάντευτος στις αρχές του και ευθύς στον λόγο του, υπηρέτησε με κύρος και αξιοπρέπεια και τους δύο αυτούς χώρους τον έναν μέσα από τον άλλο. Υπήρξε για πολλά χρόνια διευθυντής της εφημερίδας ΤΑ ΝΕΑ, όπου άφησε εποχή με τους «Αστερίσκους» του, σχόλια για το θέατρο που έγραφε στην περίφημη δεύτερη σελίδα που φιλοξενούσε τα καλλιτεχνικά (δείγμα της σημασίας που δινόταν τότε στον Πολιτισμό). Οι «Αστερίσκοι» εκδόθηκαν αργότερα σε βιβλίο.

Ο Νίτσος όμως, θα μείνει στην ιστορία ως εκδότης του θρυλικού περιοδικού «Θέατρο», που αποτελεί ένα καλλιτεχνικό, επιστημονικό και εκδοτικό μνημείο για τη νεότερη Ελλάδα και πολύτιμη πηγή για τη θεατρολογική έρευνα στη χώρα μας.

Τα θεατρικά του Γιάννη Ρίτσου είναι τέσσερα τρίπρακτα δράματα, γραμμένα με την εξής χρονολογική σειρά:

«Μια γυναίκα πλάι στη θάλασσα», 1942
«Πέρα απ’ τον ίσκιο των κυπαρισσιών», 1944-1947
«Τα ραβδιά των τυφλών», 1959
«Ο λόφος με το συντριβάνι» 1959

Εκδόσεις «ΘΕΑΤΡΟ», 1990

Ο Κώστας Νίτσος και η σύζυγός του, η ηθοποιός Έφη Ροδίτη, με τιμούν με την αγάπη και την πολύτιμη φιλία τους πολλά χρόνια τώρα.

Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2009

Ελένη













Αρχές του καλοκαιριού μου τηλεφώνησε ο Σάββας.
- Ο Τσάγκας ξανανεβάζει την Ελένη.
- Λοιπόν;
- Δεν μου είπε τίποτα, αλλά στις φωτογραφίες των εφημερίδων είδα τα κοστούμια μου. Του τηλεφώνησα και μου είπε ότι τα κοστούμια του ανήκουν, εγώ όμως, όπως ξέρεις, δεν του είχα πουλήσει τα πνευματικά δικαιώματα, η συμφωνία ήταν για τη συγκεκριμένη παράσταση.
- Τι θα κάνεις;
- Δεν ξέρω, θα το ψάξω!

Ο Σάββας το έψαξε μάλλον και η παράσταση ξανανέβηκε. Αυτή τη φορά στα κοστούμια, δίπλα στ’ όνομα του Πασχαλίδη μπήκε και της Δέσποινας Βολίδη. Μετά από καυγά φαίνεται, γιατί στο βιντεάκι που είναι αναρτημένο στο Youtube δεν αναφέρεται ενδυματολόγος. Το μόνο κοστούμι που δεν υπήρχε είναι το έξωμο της Ελένης, που θυμίζει βραδινή τουαλέτα Νicos & Takis. Καμία σχέση με το βελούδινο μακρυμάνικο του Σάββα που έδενε απόλυτα με τα υπόλοιπα, αλλά μάλλον έπεφτε ζεστό για καλοκαίρι...

Από το βίντεο αυτό αποδεικνύεται και η λαθροχειρία στη σκηνοθεσία. Τα πρώτα 37΄΄ είναι από την Πάροδο, με ελαφρώς κακοποιημένη τη θαυμάσια ιδέα της γέννησης της Ελένης από το Αυγό της Λήδας. Και μόνο το κομμάτι αυτό είναι απόδειξη ότι ο Τσάγκας κράτησε τη σκηνοθεσία του Μιχόπουλου, την παλιά παράσταση όπου το όνομα του Τσάγκα είχε μπει μετά από δική του πίεση μια κι ήταν ο παραγωγός, δηλαδή ο θεατρώνης.

Η παράσταση του 2000, παρ’ ότι προοριζόταν για τα σχολεία (παιζόταν τα πρωινά), περιλάμβανε πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία και θα μπορούσε να σταθεί δίπλα στις καλύτερες του είδους, όντας μια εξαιρετική ερμηνεία του κειμένου, με πολλές αναγνώσεις που υπερέβαιναν το σχολικό προορισμό. Το φετινό ρημέικ εκτός των άλλων, δείχνει πως στήνεται μια «αρπαχτή», χωρίς καλλιτεχνικές προθέσεις, χωρίς ήθος, χωρίς σεβασμό στους συνεργάτες και τελικά χωρίς σεβασμό στον θεατή.

Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2009

Οράματα και ψευδαισθήσεις

Ένα ενδιαφέρον κείμενο για την εκπαίδευση μου έστειλε ο φίλος Τάκης (γνωστός μας και από το post "Θέατρο και μαθηματικά"), κατά κόσμον Παναγιώτης Σπύρου, Επίκουρος Καθηγητής του Τμήματος Μαθηματικών του Πανεπιστημίου της Αθήνας.




Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΙ ΟΙ ΑΞΙΕΣ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
-ΟΡΑΜΑΤΑ ΚΑΙ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΕΙΣ-


Για να μιλήσουμε για την εκπαίδευση των καιρών μας, πρέπει καταρχήν να δούμε με ειλικρίνεια και θάρρος τον αιώνα μας. Πρέπει να δούμε κατάματα και τις προσδοκίες που καλλιεργούνται αλλά και τις αντιφάσεις μέσα στις οποίες αυτές αναφύονται. Η κοινωνία αλλάζει ταχύτατα μπροστά στα μάτια μας, ο πλανήτης αλλάζει, το παγκόσμιο χωριό διαρκώς μετατοπίζεται. Ποτέ άλλοτε η φράση του Ηράκλειτου για την ατέρμονη ροή του κόσμου δεν ήταν τόσο επίκαιρη. Οι προβλέψεις μας αδυνατούν διαρκώς, οι εκπλήξεις μας εντείνουν την αμηχανία, η μνήμη μας δεν προλαβαίνει να σώσει τα φαινόμενα. Η Αλήθεια του κόσμου (ως άρνηση της λήθης, ως εκείνο που δεν πρέπει να ξεχαστεί!) αποκτά έναν απελπιστικά εφήμερο και συμβατικό χαρακτήρα που μας τρομοκρατεί! Κι όσο που πρόκειται να αξιολογήσουμε τι σημαίνουν όλες αυτές οι αλλαγές για την εκπαίδευση, πρέπει να θυμηθούμε την επισήμανση ενός φιλόσοφου του πολιτισμού, που θέλοντας να δείξει την αδράνεια των αντιλήψεων στις εκπαιδευτικές στρατηγικές, σε σχέση με τις αλλαγές της κοινωνίας κάτω από την επίδραση της τεχνολογίας, έλεγε το εξής παράδοξο: οι στρατηγοί της εκπαίδευσης ετοιμάζουν πάντα τον προηγούμενο πόλεμο.
Πράγματι, οι αναπαραστάσεις που έχουμε για την κοινωνία και τη δυναμική της είναι κάθε φορά εκείνες που αποκομίσαμε σε προηγούμενες φάσεις της ζωή μας, εκεί που δώσαμε προηγούμενες μάχες. Σε ένα κόσμο ωστόσο, που τον χαρακτηρίζει ακριβώς η ταχύτατη εξέλιξη των μέσων επικοινωνίας, η αλλαγή εργαλείων και όπλων μια στείρα παραπομπή στην πείρα του παρελθόντος δεν αρκεί. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα των γάλλων στρατηγών, στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, που καταπιάστηκαν να κατασκευάσουν την πολυέξοδη αμυντική γραμμή Μαζινό, κατάλληλη για τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο του οποίου είχαν και την εμπειρία. Οι γερμανοί επιτέθηκαν με τανκς από τα βουνά του Βελγίου, και τότε φάνηκε ότι τέτοιου είδους αμυντικές γραμμές είχαν τελειώσει προ πολλού.



Η πραγματικότητα δεν παρουσιάζεται από την αρχή με την μορφή ενός αντικειμένου προς σύλληψη, ανάλυση και θεωρητικοποίηση. Ο κόσμος των παραδοσιακών παραστάσεων είναι προβολή των φαινομενικών όψεων της πραγματικότητας στη συνείδηση των ανθρώπων. Αν θέλουμε να δράσουμε αποτελεσματικά μες στον κόσμο, πρέπει πρώτα να απαλλάξουμε την αντίληψη μας για την ουσία του κόσμου από την φαινομενικότητα του. Είναι ανάγκη να σκεφτούμε με ιδέες ανοίγματος στο μέλλον, με πρόβλεψη και μέριμνα. Η υπόστασή μας είναι μια ύπαρξη προς κάπου, ένα βέλος χρονικό που πάει μπροστά και μόνο μπροστά. Είμαστε αυτό που γινόμαστε κι εκεί ο χρόνος ο αληθινός παίρνει μορφή, και νόημα. Η γνώση μας προκύπτει κατά τον Bachelard, πάντα ως μεταμέλεια.
Απ’ την άλλη, αυτή η στάση προς το μέλλον ενέχει ένα μεγάλο κίνδυνο, εκείνο του λάθους που έκανε το ρεύμα του Φουτουρισμού, ιδιαίτερα στην πολιτική και την κοινωνιολογία και την τέχνη. Φουτουριστικά προέκυψαν να είναι στο μεσοπόλεμο τα ρεύματα τόσο του φασισμού όσο και του κομουνισμού. Το ναζιστικό όραμα πρότεινε στα πλήθη τον μύθο ενός αποστειρωμένου κόσμου Αρίων που θα δούλευε ως καλολαδωμένη μηχανή, ενώ από το άλλο στρατόπεδο ο προφήτης - ποιητής της ρωσικής επανάστασης Μαγιακόφσκι αναφωνούσε “Εμείς κρατάμε τους ιμάντες της ιστορίας” και ο μεγάλος επαναστάτης του 20ου αιώνα Β. Λένιν παρόλο τον ρεαλισμό του κατέληξε να προβάλει την εξίσωσή του “Ηλεκτρισμός και σοβιέτ ίσον κομουνισμός”, κατά τρόπο μυστικιστικό.



Βέβαια, ανάλογη λατρεία του μέλλοντος συναντούμε στο επιστημονίζων κλίμα για την κοινωνική πληρότητα, που θα επέλθει από τις λύσεις που φέρει η τεχνολογική εξέλιξη, όπως αυτή εκφράστηκε στο δυτικό κόσμο μέσα στις αισιόδοξες μελλοντολογίες τις δεκαετίας του 60. Σήμερα, πια γνωρίζουμε πως όλες αυτές οι αισιόδοξες περιγραφές ανέκαμψαν, μετά την επίγνωση του ενεργειακού περιορισμού και την κρίση πετρελαίου, το Τσερνομπίλ και την ανάδειξη των οικολογικών ζητημάτων. Οι άκριτες αισιοδοξίες για ένα μέλλον εξορθολογισμένο, που τα προβλήματα των ανθρώπων θα λυθούν μέσα από το θαύμα των νέων εφευρέσεων παρέμειναν μόνο στο επίπεδο της παραγωγής ταινιών επιστημονικής φαντασίας.
Λέγεται ότι “Μυστικισμός είναι η ανθρώπινη ανυπομονησία να γνωρίσει την αλήθεια, να προβλέψει το μέλλον” και ο μυστικισμός είναι αντίθετος στον ορθολογισμό που έχει ανάγκη η κοινωνία για να υπάρξει.



Σε μια διαλεκτική κατανόηση της κίνησης του κόσμου υπάρχουν παντού ενστάσεις κι εδώ, θα κάνω την παρατήρηση ότι ναι μεν η ορθολογική σκέψη πρέπει να απαλλαχθεί κατά αρχή από τις παρορμήσεις του ανορθολογισμού, αλλά αυτό δεν είναι μια εύκολη υπόθεση. O Jean Pierre Vernant υπενθύμιζε την ανθρώπινη κατάσταση και δεν άφηνε περιθώρια για ψευδαισθήσεις αφού “δεν υπάρχει ορθολογισμός που να μην έχει τις ρίζες του στα ανθρώπινα πάθη! ”
Τι είναι ορθολογισμός και πως είναι δυνατή η επιστημονική σκέψη να τον εκφράσει, όταν αυτό που συμβαίνει εμπρός μας, ακόμη και στον 21ο αιώνα, είναι η μανιώδης αξιοποίηση των νέων πληροφοριών που η επιστήμη παράγει καθημερινά να συντείνει όλο και πιο δυναμικά στην δημιουργία τελειότερων όπλων, μηχανισμών παρακολούθησης κι ελέγχου των ανθρώπων από ανθρώπους. Αποτελεί γεγονός ότι η οικονομία κι ο έλεγχος του πλανήτη ανήκει κάθε μέρα σε ακόμη λιγότερους κι η παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων γίνεται καθημερινά όλο και πιο έντονη!



Μετά από αυτές τις λίγες επισημάνσεις ας ρίξουμε μια ματιά στα βασικά ζητήματα που αφορούν την εκπαίδευση, την οποία πρέπει να καθορίσουμε ως την κοινωνική εκείνη πτυχή όπου παράγεται το πνευματικό δυναμικό του αυριανού κόσμου.
Αν θα θέλαμε να ονομάσουμε τους πλέον βασικούς παράγοντες που θα συντελέσουν στην διαμόρφωση της εκπαίδευσης ενός τόπου σήμερα θα λέγαμε ότι είναι κυρίως δυο: η τεχνολογία με την προοπτική της κατά πρώτον, η οικονομική πορεία του τόπου κατά δεύτερον.
Και για μεν την τεχνολογία πρέπει να διακρίνουμε τις επιμέρους συνθήκες. Αυτές στο πεδίο της εκπαίδευσης, αφορούν στο κατά πόσο η τεχνολογία θα αφομοιωθεί μέσα στην δυναμική του νου. Στην εποχή του δια –δικτύου, του φορητού υπολογιστή, της οθόνης και της εικόνας, στην εποχή που η βιομηχανία της επικοινωνίας θεωρείται η κατ’ εξοχή μεγάλη βιομηχανία, τι μένει να κάνει το σχολείο αλλά κι ο δάσκαλος ως διαφωτιστής, ως χειριστής και ως φορέας των κλασσικών αξιών για κριτική σκέψη;



Η τεχνολογία επιβάλλει νέους κανόνες πρόσληψης και κατανόησης που μετατρέπουν ραγδαία το περιβάλλον και τους στόχους της εκπαιδευτικής πολιτικής. Επίσης, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι την εποχή της παγκοσμιοποίησης τα προβλήματα είναι κοινά σε όλο το πλέγμα του νέου κόσμου κι ελάχιστα μπορούν να περιοριστούν στα ειδικά χαρακτηριστικά της κάθε χώρας.
Η εκπαιδευτική κοινότητα διεθνώς πέρασε την πρώτη φάση θεοποίησης και αμηχανίας των επιδράσεων και δυνατοτήτων των νέων τεχνολογιών. Όλο και περισσότεροι εκπαιδευτικοί εξοικειώνονται με την τεχνολογία και την εξοικειώνουν. Ένα ανοικτό πρόβλημα στην παιδαγωγική έρευνα αποτελούν οι σχεδιασμοί εκείνοι που θα ευνοούν την κυριαρχία του νου πάνω στα νέα εργαλεία. Τα λογισμικά, δίπλα σε ευφυείς εκπαιδευτικές προτάσεις, λειτουργούν ως επιταχυντές της εκπαιδευτικής διαδικασίας κι ιδιαίτερα στην κατανόηση των μαθηματικών κι επιστημονικών εννοιών. Συνιστούν το περιβάλλον του πειραματισμού και της ταχείας προσομοίωσης που δίδει την δυνατότητα γρήγορων ελέγχων και βίωσης της δυναμικής των επιστημονικών εννοιών. Πρέπει όμως να είμαστε επιφυλακτικοί στο ενδεχόμενο που η αξιοποίηση της τεχνολογίας θα κατέληγε να καταστήσει το νου υποτελή αυτών των δυνατοτήτων και θα οδηγούσε την σκέψη σε αδράνεια. Το λάθος αυτό έχει επισημανθεί πολλές φορές από τους ερευνητές.



Ένα άλλο σημείο που πρέπει να θίξουμε, όσο κι αν φαίνεται αντιφατικό με τις υπόλοιπες επισημάνσεις είναι ότι σήμερα τα δημοκρατικά και ανθρώπινα δικαιώματα έκαναν όλες τις αξίες στοιχείο διαπραγμάτευσης. Είναι η εποχή της κυριαρχίας του πραγματιστικού πνεύματος. Είναι χρήσιμο για την γνώση ότι είναι χρήσιμο για την ζωή. Οι διδασκαλίες αλλάζουν φορτίζονται επικοινωνιακά και μεταφέρουν ένα μεγάλο μέρος της λειτουργίας τους στις συμπεριφορές, στην συνεργασία, στην διαμεσολάβηση εργαλείων και διαφορετικών κωδίκων, στην ερμηνεία των διαφορετικών αναπαραστάσεων, στη διαπραγμάτευση, στη διαθεματικότητα, στην συναισθηματική συμμετοχή, στη βαθειά και ουσιαστική εμπλοκή των υποκειμένων στο πρόβλημα κατά ένα συλλογικό διϋποκειμενικό τρόπο που στοχεύει στο ξεπέρασμα του μονολογικού υποκειμένου, του οποίου το εκπαιδευτικό πρότυπο λειτούργησε καθόλη την νεοτερικότητα.
Τα υποκείμενα συγκροτούν γνώση μέσα σε διάλογο, σε διαπραγματευτικές πρακτικές όπου δοκιμάζουν τις απόψεις στους μέσα στις αντιθέσεις, την συζήτηση, την κοινωνική αποδοχή. Οι γενικεύσεις του νου έρχονται να γίνουν συνοηματοδοτήσεις, συνοψίσεις όλων των δυνατών εκδοχών που μια κοινότητα καταθέτει και συγκροτεί το έγκυρο μέσα στην ίδια την διαδικασία, ενεργοποιώντας έτσι τόσο νοητικούς και όσο και συγκινησιακούς παράγοντες.



Το αποτέλεσμα αυτό στην κοινωνική ψυχολογία και τα κυρίαρχα αιτήματα γνώσης και της εκπαιδευτικής φιλοσοφίας στην προοπτική της λύσης προβλήματος τα έχει αποδώσει πολύ ωραία ο γερμανός φιλόσοφος του καιρού μας Jurgen Habermas όταν λέει:
Το παράδειγμα της γνώσης των αντικειμένων πρέπει ν’αντικατασταθεί από το ‘παράδειγμα’ της συνεννόησης μεταξύ υποκειμένων ικανών να επικοινωνούν μέσω της γλώσσας και των μέσων και να πράτουν.
Αλλά την ίδια στιγμή, που σχεδιάζουμε το σύγχρονο σχολείο, λαμβάνοντας υπόψη τις παραπάνω απαιτήσεις, ένα άλλο ζήτημα αναδεικνύεται το ίδιο σημαντικό κι αυτό, είναι η οικονομική πορεία ενός τόπου. Οι νέοι θα εκπαιδευτούν για να χειριστούν, να λειτουργήσουν και να μοιραστούν αυτά που αυτή η οικονομική δυναμική προσφέρει. Πρέπει να σταθούμε ψύχραιμα, χωρίς ψευδαισθήσεις και να δούμε τι σημαίνει ορθολογική κοινωνία με εκπαιδευμένους και συμμετέχοντες πολίτες. Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε, σε μια τέτοια προοπτική, το ερώτημα ποια είναι η κοινωνία και η οικονομία μας και σε ποια πλευρά των αντιθέσεων του σύγχρονου κόσμου τοποθετείται. Είναι αυτονόητο ότι δεν ήμαστε στην Αφρική όπου ταλανίζουν τις κοινωνίες οι λιμοί και οι λοιμοί. Δεν ήμαστε στην Κίνα ή τις Ινδίες όπου ο υπερπληθυσμός θέτει αναπόφευκτα περιορισμούς στην αύξηση της ατομικότητας.



Η ιδέα της ατομικότητας, όπως αυτή κατακτήθηκε μέσα στο Δυτικό πολιτισμό στην οικονομία, την εκπαίδευση, την ηθική, τα ατομικά δικαιώματα, την θρησκεία απαιτεί κανόνες συμπεριφοράς και ιδεολογικής συγκρότησης που δεν είναι επιτεύξιμοι σε όλες τις κουλτούρες. Κοινωνίες έντονου θρησκευτικού ή ιδεολογικού προσανατολισμού εξασφαλίζουν μια κοινωνική συνοχή με τελείως άλλες κανονικότητες και απαιτήσεις. Η ατομικότητα αρνείται μια τέτοια συνοχή, που εξουδετερώνει τις ιδιαιτερότητες και προβάλλει ένα μονότονο, ενιαίο και μη ευέλικτο “παράδειγμα” του προσώπου. Ζούμε σε κοινωνίες που όλο και πιο πολύ είναι αποδεκτή η διαφορετικότητα σε φυλετικό, πολιτισμικό, ηθικό, συμπεριφορικό θρησκευτικό και πολιτικό επίπεδο. Η αντίληψη της ατομικότητας αφήνει το άνθρωπο ελεύθερο στην αναζήτηση και εκδήλωση των ιδιοτήτων αλλά και ικανοτήτων του.
Ωστόσο, θα πρέπει και πάλι διαλεκτικά και με ρεαλισμό να δούμε το νόημα της ατομικότητας που είναι αναπόφευκτα συνυφασμένη με τις αντιλήψεις που γέννησε η αστική επανάσταση, την αντίληψη της ελεύθερης αγοράς αλλά και των σοσιαλιστικών ιδεών. Κι όσο μιλάμε για ελεύθερη αγορά δεν μπορούμε να αγνοήσουμε μια από τις σημαντικότερες συνέπειες της τον καταναλωτισμό, ο οποίος οδηγεί σε μια ορισμένη αντίληψη ευμάρειας, κάνει τον άνθρωπο μονοδιάστατο, υποτελή δεικτών ευημερίας αλλά όχι κι ευτυχή.



Στο κόσμο αυτό, κατά την άποψη του φιλόσοφου της εκπαίδευσης Papert, o καταναλωτικός τρόπος ζωής και κριτικός τρόπος σκέψης αποτελούν οι δυο πόλους μιας ατέλειωτης σύγκρουσης μέσα στο μοντέλο της δυτικής ανάπτυξης.
Το οικονομικό και κοινωνικό παράδειγμα της ατομικότητας είναι εκείνο που λειτούργησε στην βάση των μεγάλων εξελίξεων της τεχνολογίας, αφού όπως ξέρουμε στην χώρα που κατά πρωτοποριακό τρόπο πρότεινε αυτό το υπόδειγμα, τις ΗΠΑ, η έρευνα έχει καταλήξει στα χέρια του ατομικού συμφέροντος και των πολυεθνικών εταιριών και μπορούμε να προσθέσουμε ότι δεν είναι πλέον εγκλωβισμένη στα γραφειοκρατικά πανεπιστήμια.



Συνοψίζοντας λοιπόν θα επισημαίναμε αυτό το τρίπτυχο των αξιών μιας φιλελεύθερης οικονομίας, το πρότυπο της οποίας ακολουθείται όλο και πιο επιτακτικά σήμερα είναι:
Ατομικότητα (ατομική ιδιοκτησία, απαλλαγή από στερεότυπες μορφές συμπεριφοράς θρησκευτικού ή ιδεολογικού τύπου).
Αγορά (κατανάλωση, εμπορευματοποίηση των πολιτιστικών ακόμη και ηθικών αξιών, διαφήμιση, πρωτοβουλίες μονοπωλίων με βάση το κέρδος).
Έρευνα προσανατολισμένη στο κέρδος των εταιριών ακόμη και την κατασκευή όπλων.
Η σύγχρονη κοινωνία, της οποίας η σύγχρονη εκπαίδευση σκοπεύει να εκπαιδεύσει τους νέους απαρτίζεται από αυτές τις βασικές παραμέτρους και να προσθέσουμε το πλέον σημαντικό, μια κοινωνία όμως που κυριαρχείται από την τεχνολογία και την ελεύθερη αγορά καθίσταται φοβερά πολυδάπανη και απαιτεί μεγάλες ποσότητες ενέργειας να λειτουργήσει, με το θλιβερό αποτέλεσμα τις μεγάλες συγκρούσεις που συμβαίνουν στον πλανήτη.



Έτσι, χωρίς να θέλω να επικαλεστώ καμία απαισιοδοξία ή να επιχειρήσω κάποια ηθική αποτίμηση και με μόνο στόχο να δω κατάματα την πραγματικότητα καταλήγω, ότι είτε το θέλουμε είτε όχι επιλέγοντας ένα μοντέλο οικονομίας έχουμε αυτόματα επιλέξει, ως ένα βαθμό, μια εκπαιδευτική φιλοσοφία και πολιτική, μια ηθική σε σχέση με τα δρώμενα στο πλανήτη, πέρα από τις υποκριτικές επιφυλάξεις μας. Γι αυτόν τον κόσμο θα πρέπει να προετοιμάσουμε τους νέους να ζήσουν, να προοδεύσουν και να δικαιωθούν σε αυτόν. Εφόσον θέλουμε συμμετοχή στην τεχνολογία και την αγορά επιλέγουμε και την ηθική μας στάση και αυτό δεν έχει να κάνει σε τίποτα με την ηθική. Πρέπει να έχουμε επίγνωση ότι άλλο ηθική κι άλλο ήθος. Το ήθος είναι το σύνολο συμπεριφορών προσαρμογής σε μια ομάδα, που ενδεχομένως να είναι κι η κυρίαρχη εκμεταλλευτική τάξη, ενώ ηθική θα σήμαινε η επιφύλαξη και διεκδίκηση για τον κάθε άνθρωπο: ίσα δικαιώματα μόρφωσης, υγείας και ευκαιριών, όνειρο που παραμένει ουτοπία και θα παραμείνει, ίσως, όσο υπάρχουν άνθρωποι στον πλανήτη. Σε αυτή την προοπτική είναι αναγκαίος ένας δύσκολος αγώνας, ένα στοίχημα, όπως τόνιζε ο πρώην επίτροπος της ευρωπαϊκής ένωσης γάλλος σοσιαλιστή Ζακ Ντελόρ, το πώς, σε αυτή την κοινωνία της οποίας την δαρβινική πορεία με κανένα στρουθοκαμηλισμό δεν μπορούμε να αποτρέψουμε, θα περισώσουμε τις κλασσικές ανθρώπινες αξίες. Ένας τέτοιος αγώνας, χωρίς άλλο, θα μεταφερθεί και στο επίπεδο της εκπαίδευσης. Ο εκπαιδευτικός πρέπει να έχει επίγνωση του τεντωμένου σχοινιού στο οποίο κινείται και πρέπει να ζυγίσει πολύ καλά οράματα και πραγματικότητα.



Η ελληνική κοινωνία σε Ελλάδα και Κύπρο έχουν γεωγραφικούς και ιστορικούς λόγους να βρίσκονται στο μεταίχμιο αυτών των συγκυριών και διαθέτουν αμφίπλευρες ευαισθησίες. Τα ζητήματα για το που ανήκουμε είναι διαρκή και ακόμη πιο κατηγορηματικά θα έλεγα, επίκαιρα. Ένας έλληνας πολιτικός, αξιολογώντας την ιστορία και την οικονομία μας είχε ξεπεράσει κατηγορηματικά αυτό το δίλημμα με το “ανήκομεν εις την Δύσιν”. Ο κύβος ερρίφθη, οι κοινωνίες μας έχουν αποφασίσει κι αυτό σημαίνει όλα τα άλλα ρίσκα που επιφυλάσσει αυτή η επιλογή. Όλοι νιώθουμε ότι κάτι περισσεύει σε αυτή την προοπτική, κάτι από τις ευαισθησίες μας, κάτι από τα δίκαιά μας κάτι από την ιστορία μας μένει απ’ έξω και δεν καλύπτεται. Ένα πικρό ποτήρι εμπρός μας και μας ζητιέται να παραχωρήσουμε κάτι από την ψυχή μας, για να μοιραστούμε ένα τόπο υλικό και πνευματικό στον πλανήτη που δεν τον πιστεύουμε και πολύ, δεν τον νιώθουμε πολύ, μας ξενίζει.



Εκπαιδεύω σημαίνει καθοδηγώ, παίρνω από το χέρι τα παιδιά και τα βγάζω στον κόσμο, από τα παραμύθια του νηπιαγωγείου μέχρι την εκχώρηση πανεπιστημιακών διπλωμάτων, ο εκπαιδευτικός δρα για να διαφωτίσει, να ενημερώσει, να απομυθοποιήσει, να προσφέρει τις ικανότητες στους νέους να κρίνουν και να κατασκευάσουν μια σωστή εικόνα του κόσμου που θα ζήσουν. Η αβεβαιότητα είναι δεδομένη, συνταγές δεν υπάρχουν κι οι εκπαιδευτικοί έχουν από την θέση τους επωμιστεί ακριβώς αυτό τον δύσκολο ρόλο να βοηθήσουν τα παιδιά ν’ αντιληφθούν, να κρίνουν και να πάρουν θέση στις αντιφάσεις και την δυναμική τους μέσα στον σύγχρονο κόσμο. Έχουν ως υποχρέωση να αναρωτιόνται ως διανοητές διαρκώς για αυτά τα μεγάλα ερωτήματα. Επιλέγοντας αυτοί τον εαυτό τους επιλέγουν τον κόσμο. Επιλέγοντας και διδάσκοντας επιλέγουν μια πολιτική. Κάθε πράξη μας έχει πολιτικές επιπτώσεις. Αλλά όπως έλεγε και ένας έλληνας πολιτικός και διανοητής:



“H πολιτική είναι η ανώτερη έκφανση της παιδείας κι ανώτερη έκφανση της πολιτικής είναι η παιδεία! ”.







(εικονογράφηση: έργα του Paul Klee)

Κωμειδύλλια

Δεκαοκτώ χρόνια πίσω με γύρισαν οι φίλοι και ομοϊστολόγοι μου "Λερναία Ύδρα" και "Φλαμενκο-Λόγιον", με τους σίχους του Σουρή που ανήρτησαν πρόσφατα, θέλοντας, και πολύ σωστά, να δείξουν τη διαχρονικότητα των εθνικών μας ...ιδιαιτεροτήτων.

Το καλοκαίρι του 1991, ανέβηκε από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, στο δροσερό Θέατρο Κήπου, η παράσταση με τα δυο έργα, του Αγγέλου Βλάχου και του Δημητρίου Κορομηλά.
Ανάμεσα στ' άφθονα τραγούδια της παράστασης, αυτό που ακολουθεί και που θαρρώ πως θα συμβάλλει στην περί διαχρονικότητος θεωρία. Είναι από την "Κόρη του Παντοπώλου" (1866 !).


Τι πεζότης στην Ελλάδα!
Πού αισθήματα, πού πάθη;
Όλα ‘μβήκαν στην αράδα,
και το έκτακτον εχάθη!
Τώρα -ο θυμός με πνίγει-
όλα πάγουν με το ζύγι.

Ποιος την σήμερον ημέρα
για τον γείτονά του τρέχει;
ποιος σου λέγει καλημέρα
αν ανάγκην σου δεν έχει;
Ποιος το στόμα του ανοίγει
να πει λόγον δίχως ζύγι;

Σ’ αγαπούν; Ρωτούν την προίκα.
Σ’ ομιλούν με γλυκειά γλώσσα,
όλη τους εκείνη η γλύκα
τελειώνει με το «πόσα;»
Κι η αγάπη πολλή, λίγη,
πάγει τώρα με το ζύγι.

Αν ιδείς, μικροί μεγάλοι,
να θυμιάζουν ανοήτους,
δεν θυμιάζουν το κεφάλι
αλλά μόνον το πουγγί τους.
Και το πνεύμα καταλήγει
επί τέλους με το ζύγι...

«Χάθηκ’ η πατρίς» φωνάζουν
οι καλοί μας πατριώται,
δέρνονται, θρηνούν, βραχνιάζουν,
και τελειώνουν με το «δότε».
«Δότε, η πατρίς επνίγη»,
«Δότε, λείπει εις το ζύγι».

«Ο θυμός σας παραφέρει»
αποκρίνονται οι άλλοι
και τ’ αχόρταγόν των χέρι
χώνουν μέσα στο τσουβάλι!
Σφίγγετέ το μη σας φύγει
και την πάθετε στο ζύγι.

Κύριοί μου, φθάνει πλέον!
Μη προς κακοφανισμόν σας.
Είν’ ευχάριστον, ωραίον
το τραγούδι των χειρών σας,
η φωνή πλην, είν’ ολίγη
και δεν βγαίνει εις το ζύγι.

Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2009

Πιερής Ζαρμάς



Ήτανε το 1981 όταν πρωτάκουσα τον Πιερή Ζαρμά. Ένας φίλος, επιστρέφοντας από την Κύπρο, μου περιέγραψε ενθουσιασμένος τη συναυλία του Ζαρμά που είχε παρακολουθήσει εκεί και μου έβαλε ν’ ακούσω το δίσκο με τα παραδοσιακά κυπριακά τραγούδια που είχε κάνει τότε ο σπουδαίος αυτός βαρύτονος. Από τον δίσκο έφτιαξα μια κασέτα που δεν έπαψα για χρόνια έκτοτε να την ακούω. Ο Ζαρμάς τραγουδάει σε δική του ενορχήστρωση μια σειρά από πολύ γνωστά τραγούδια της κυπριακής παράδοσης, με τη συνοδεία της Ορχήστρας Μαντολίνων του Kassel. Δουλειά εξαιρετικά απλή, αλλά γεμάτη πάθος που πήγαζε από την οπερατική θητεία του Ζαρμά και την αγάπη του για την πατρίδα.

Ο Πιερής Ζαρμάς (1933-2007) γεννήθηκε στην κατεχόμενη Ακανθού της Κερύνειας. Εκτός από τις μουσικές του σπουδές και την λαμπρή διεθνή καριέρα του στην όπερα, σπούδασε γλωσσολογία και λαογραφία και ήταν διδάκτωρ φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου της Βόννης και πρώτος βαρύτονος στην Όπερα της ίδιας πόλης.