Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2018

28 χρόνια από τον θάνατο του ζωγράφου Ασαντούρ Μπαχαριάν

Αισθαντικός ζωγράφος (που καταπιάστηκε ιδιαίτερα με την υδατογραφία), δραστήριος πολιτιστικός εμψυχωτής και, πάνω απ' όλα, ζεστός άνθρωπος ήταν ο Ασαντούρ Μπαχαριάν. Εμπνευστής και ιθύνων νους του Πνευματικού και Καλλιτεχνικού Κέντρου «΄Ωρα» (που στεγαζόταν στο καλαίσθητο νεοκλασικό της οδού Ξενοφώντος 7), ήταν ακόμη συνιδρυτής (μαζί με τη Δήμητρα Τσούχλου) του Κέντρου Γραμμάτων και Τεχνών «Αποψη» το 1983.
Ο Μπαχαριάν γεννήθηκε στην Αθήνα το 1924. Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών με δασκάλους τον Αργυρό και τον Μπισκίνη. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Εξαιτίας της δράσεώς του αυτής υπήρξε πολιτικός κρατούμενος επί 15 χρόνια (από το 1945 ως το 1960). Το 1961 πραγματοποίησε την πρώτη ατομική του έκθεση στην γκαλερί «Ζυγός» (είχε πρωτοεμφανισθεί το 1958 στο «Σαλόνι Νέων Καλλιτεχνών», που είχε οργανώσει η ίδια γκαλερί) για να πραγματοποιήσει στα κατοπινά χρόνια πολυάριθμες εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το 1969 ίδρυσε την «΄Ωρα», που, σύμφωνα με τον Σαράντη Καραβούζη, απετέλεσε «προέκταση της ζωγραφικής του σε πράξη»
«Γεννημένη σε μία δύσκολη στιγμή», σημείωνε ο Μανόλης Ανδρόνικος, «σε ώρα σιωπής και σκοταδιού, η “΄Ωρα” άρχισε τη ζωή της δύσκολα και χωρίς συμπαράσταση». Παρά τις αντιξοότητες, η γκαλερί έγινε σύντομα πόλος συσπείρωσης των πνευματικών ανθρώπων, αποτελώντας, κατά την έκφραση του Στρατή Τσίρκα, «μία όαση πολιτισμού μέσα στη χουντική Σαχάρα». Εν τούτοις η διαδρομή της «'Ωρας» επρόκειτο να ξεπεράσει την Επταετία και τη μεταπολιτευτική περίοδο, διατρέχοντας τα χρόνια της δεκαετίας του 1980 και φθάνοντας ως το τέλος του 1992. Από την αίθουσά της θα περάσει μία πλειάδα ονομάτων της ελληνικής ζωγραφικής που ανήκουν σε διαδοχικές γενεές. Ανάμεσά τους οι Αστεριάδης, Απάρτης (αναδρομική γλυπτικής το 1971), Γαλάνης, Διαμαντόπουλος (έκανε έκθεση στην «΄Ωρα» το 1975, μετά από 30 χρόνια μόνωσης), Βακαλό, Κατράκη, Τέτσης, Βακιρτζής, Φωκάς, Κσψίδης, Μιγάδης, Πρέκας, αλλά και οι νεότεροι Μπότσογλου, Θεοφυλακτόπουλος, Γουναρίδης, Χουλιαράς, Κατζουράκης και Καραβούζης, φθάνοντας ως πολύ νέους όπως οι Σακαγιάν, Μ. Μανουσάκης, Μποκόρος, Κρητικός, Φιλοπούλου, Παπαφίλη και πολλοί άλλοι.
Σε εποχές που οι αίθουσες τέχνης στην Αθήνα ήταν λίγες και οι ευκαιρίες για νέους ζωγράφους περιορισμένες, η «΄Ωρα» υπήρξε ο φιλικός χώρος στον οποίο έκαναν τα πρώτα τους βήματα πολλοί καλλιτέχνες, οι οποίοι (όπως φαίνεται και από τα ονόματα που απαριθμήσαμε ενδεικτικά) διακρίθηκαν ιδιαίτερα στη συνέχεια. Εν τούτοις οι εκδηλώσεις που φιλοξένησε η «΄Ωρα» δεν ήταν μόνον εικαστικού περιεχομένου, περιέλαβαν το θέατρο, τη μουσική, τον κινηματογράφο, τη λαογραφία και τη λογοτεχνία. Εκεί διάβασαν αποσπάσματα από τα έργα τους συγγραφείς όπως ο Δημήτρης Χατζής ή ο Στρατής Τσίρκας. Το ενδιαφέρον της «΄Ωρας» για τους νέους θεσμοποιήθηκε το 1975 με τη «Συνάντηση των Νέων Δημιουργών», από όπου, αν μείνει κανείς στον χώρο της λογοτεχνίας, πέρασαν ονόματα όπως ο Δενέγρης, ο Κοντός, η Λαϊνά, ο Πούλιος, ο Στεριάδης, ο Μήτρας, ο Τατσόπουλος, ο Ραπτόπουλος, ο Γκιμοσούλης και πολλοί άλλοι.
Η «΄Ωρα» σημείωσε και αξιόλογη εκδοτική δραστηριότητα με αποκορύφωμα το «Χρονικό», που ήταν ένα ετήσιο πανόραμα της καλλιτεχνικής και πνευματικής κίνησης του τόπου. Η «΄Ωρα» συνέχισε τη λειτουργία της και μετά τον θάνατο του Μπαχαριάν το 1990, χάρη στη σύζυγο και συνεργάτιδά του Χριστίνα Μπαχαριάν. Εν τούτοις η γκαλερί υποχρεώθηκε τελικά να διακόψει τη λειτουργία της τον χειμώνα του 92, καθώς ο Δήμος Αθηναίων διεκδικούσε το νεοκλασικό της οδού Ξενοφώντος. Αν και η «΄Ωρα» δεν υπάρχει πια, η συνεισφορά της στην πολιτιστική ζωή είναι (μέσω των καλλιτεχνών στων οποίων την ανάδειξη συνέβαλε και των εκδηλώσεων τις οποίες φιλοξένησε) διαρκής και εμφανής.



Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014

Ο Λένιν για την ελευθερία της Τέχνης



"Κύριοι αστοί ατομικιστές, πρέπει να σας πούμε πως οι λόγοι σας για απόλυτη ελευθερία, είναι απλώς υποκρισία. Σε μια κοινωνία που στηρίζεται στην εξουσία του χρήματος, σε μια κοινωνία που οι μάζες των εργαζομένων δυστυχούν ενώ μια χούφτα ζάμπλουτων ζουν σαν κηφήνες, δεν μπορεί να υπάρχει πραγματική ελευθερία. Είστε ελεύθερος απέναντι στον αστό εκδότη σας κύριε συγγραφέα; Απέναντι στο αστικό σας κοινό που σας ζητάει πορνογραφήματα σε πλαίσια και σε εικόνες, που ζητάει την πορνεία με τη μορφή "συμπλήρωσης" της "ιερής" τέχνης της κοινής; Μα αυτή η απόλυτη ελευθερία είναι ή αστική ή αναρχική φράση (γιατί σαν κοσμοθεωρία, ο αναρχισμός είναι αστισμός γυρισμένος από την ανάποδη). Να ζεις μέσα στην κοινωνία και να είσαι ελεύθερος απέναντι στην κοινωνία, δεν γίνεται. Η ελευθερία του αστού συγγραφέα, του καλλιτέχνη, του ηθοποιού, είναι εξάρτηση από το πορτοφόλι, από την εξαγορά, από τη συντήρηση, μόνο που η εξάρτηση αυτή είναι συγκαλυμμένη (ή σκεπάζεται υποκριτικά). Κι εμείς οι σοσιαλιστές ξεσκεπάζουμε αυτή την υποκρισία, αποσπούμε τις ψεύτικες αυτές ταμπέλες, όχι για να αποκτήσουμε αταξική φιλολογία και Τέχνη (αυτό θα είναι δυνατό στη σοσιαλιστική αταξική κοινωνία), αλλά για να αντιπαραθέσουμε στην υποκριτικά ελεύθερη, μα στην πραγματικότητα, συνδεδεμένη με την αστική τάξη, φιλολογία, τη φιλολογία την πραγματικά ελεύθερη και ανοιχτά συνδεδεμένη με το προλεταριάτο." (Β. Ι. Λένιν "Κομματική οργάνωση και κομματική φιλολογία" 13 Νοέμβρη 1905)

Κυριακή, 21 Μαρτίου 2010

Δένδρα σε κίνδυνο

Τα ΔΕΝΔΡΑ ΣΕ ΚΙΝΔΥΝΟ είναι μια σειρά από περίπου είκοσι σχέδια σε χαρτί, διαφορετικών διαστάσεων και μικτής τεχνικής (κάρβουνο, μολύβι και ξηρό παστέλ) του αγαπημένου φίλου ΧΡΗΣΤΟΥ ΒΟΥΓΙΟΥΚΛΗ. Πρόκειται για ανησυχητικές εικόνες νεκρών, άρρωστων ή πληγωμένων δένδρων, δένδρων που είναι ανυπεράσπιστα μπροστά στην καταστροφική μανία του ανθρώπου.



Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΟΥΓΙΟΥΚΛΗΣ γεννήθηκε το 1956. Από το 1976 ζει και εργάζεται στο Βέλγιο. Σπούδασε Ζωγραφική και Χαρακτική στη Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών της Πόλεως των Βρυξελλών (1976-1985). Σαν ιδρυτικό μέλος της καλλιτεχνικής ομάδας ΣΥΝ (Αθήνα 1979-1985)συμμετείχε σε πολλές εκθέσεις στην Ελλάδα, το Βέλγιο, τη Γαλλία και τη Γερμανία. Είναι επίσης ιδρυτικό μέλος της ομάδας ΝΕΟΝ (Βρυξέλλες 1980-1988). Μεταξύ 1981 και 2008 έχει κάνει επτά προσωπικές εκθέσεις (στις Βρυξέλλες και στην Αθήνα) και έχει συμμετάσχει σε πολλές ομαδικές εκθέσεις. Από το 1985 είναι καθηγητής Ζωγραφικής στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Watermael-Boitsfort.



ΜΕ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΑΠΛΩΜΕΝΑ, ΤΗ ΓΗ ΤΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΙΑΣ *

Το πλημμυρισμένο δάσος του Δνείπερου στις ταινίες του Αντρέι Ταρκόφσκι: στο τοπίο πριν από τη μάχη, ο μικρός Ιβάν ψάχνει τα ίχνη· στη νωπή γη, ένα στρώμα από νεκρά φύλλα. Τα φυλλώματα του μακρινού Βορρά: κάτω απ’ τις καρυδιές, η ακροβάτισσα Ελβίρα Μάντιγκαν και ο λιποτάκτης του σουηδικού στρατού Σίξτεν Σπάρρε εκτελούν μια συνθήκη διπλής αυτοκτονίας. Την επομένη, δίπλα στα δυο νεκρά σώματα και πάνω στις άγριες ορχιδέες, βρέθηκε ένα καλάθι του πικνίκ: ένα κομμάτι τυρί, ένα καρβέλι ψωμί, ένα μπουκάλι νερωμένο κρασί.



Στο μυθικό δάσος του Μακμπέθ, τα δέντρα κινούνται όπως οι στρατιώτες στις γραμμές του εχθρού· ο θρόνος ματώνει, ο βασιλιάς πεθαίνει. Όταν η νύχτα πέφτει στους αγγλικούς κήπους, σκέφτομαι τον Μακμπέθ, τα καταραμένα σκοτάδια της δολοφονίας του Ντάνκαν: οι αγγλικοί κήποι, σκηνικά εγκλημάτων που δεν εξιστόρησα ακόμα. Δεν εξιστόρησα ούτε το χρονικό εκείνου του έρωτα και της τρομερής απώλειας που ακολούθησε: κάτω απ’ τα δέντρα που ήταν χίλιες φορές δέντρα, αποκοιμιόμουν για να ονειρευτώ τους δρόμους των μεθυσμένων φοινικιών, τις ωκεάνιες χώρες όπου έκρωζαν οι γλάροι. Όταν ξημέρωνε, η ζωή ήταν ωραία και εύκολη: οι σκιές χάνονταν, τ’ αστέρια έσβηναν· η πάχνη έσταζε στις λαίμαργες ρίζες.



Όταν ήμουν παιδί, παρατηρούσαμε τις εποχές σ’ ένα δέντρο στη γωνιά του δρόμου: μια λεύκα ή μια ιτιά, ή ίσως ένας πλάτανος της πόλης ή μια γέρικη ακακία· δεν είμαι σίγουρη, οι αναμνήσεις συγχέονται, οι γνώσεις μου στη βοτανική είναι περιορισμένες. Ο μικρός μου αδερφός κι εγώ: μοιάζαμε με τη Φράνσι και τον Νήλι Νόλαν από το Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλυν, που ζούσαν στη φτωχοσυνοικία του Γουίλιαμσμπεργκ στις αρχές του εικοστού αιώνα· χρειάζονταν θάρρος και θέληση όπως εκείνο το δέντρο που μεγαλώνει κι ανθίζει στο άγονο χώμα και στα λιθόστρωτα· εκείνο το δέντρο που επιζεί σ’ όλες τις συμφορές: στην ξηρασία, στις αρρώστιες, στις χιονοθύελλες, στους τυφώνες…



Το δέντρο του Μπρούκλυν έβγαζε ρίζες στις πίσω αυλές των σπιτιών και στις χαραμάδες του τσιμέντου. H Φράνσι και ο Νήλι έπρεπε να επιζήσουν σαν το δέντρο: κι εμείς έπρεπε να επιζήσουμε· σε πείσμα όλων και κόντρα σε όλα. Ο επαναλαμβανόμενος εφιάλτης: ξυπνάω χωρίς να ξυπνήσω, βρίσκομαι κρεμασμένη στη βελανιδιά του πεζοδρομίου, απαγχονισμένη· ένα σχοινί γύρω από τον λαιμό, τα πόδια μου αιωρούνται στο κενό.



Τα Σαββατόβραδα περιπλανιόμουν στην πόλη, με τα δάχτυλα μέσα στο κεφάλι, τα μάτια πεινασμένα, το κεφάλι γεμάτο παραμύθια: ο Ρομπέν των Δασών, οι ιππότες της Στρογγυλής Τραπέζης, μαγεία και μυστικά κάτω απ’ τα δέντρα· αλλόκοτα δέντρα, δηλητηριώδη μανιτάρια, κοιμισμένες πριγκίπισσες, νύμφες των κορμών και νεράιδες κρυμμένες στις κουφάλες, θεοί της βλάστησης και των φύλλων. Οι λύκοι καταβρόχθιζαν τα κοριτσάκια μαζί με τις γιαγιάδες τους. Είχα ένα αίσθημα ανησυχίας, μια γλυκιά θλίψη: η μοναξιά δεν είχε βάρος, διψούσα για το άγνωστο, για το βαθύ του μυστήριο.



Κύλησε ο καιρός. Από το παράθυρό μου στην 11η Λεωφόρο, στο Μανχάταν, στη γειτονιά της Κουζίνας της Κόλασης, η νύχτα πέφτει στο ποτάμι: γύρω από έναν κορμό δέντρου –ένα σφεντάμι; μια οξιά;– είναι τυλιγμένη μια κίτρινη κορδέλα. Tie a Yellow Ribbon Round the Old Oak Tree. Ένα ραντεβού, ένα σημάδι. Όλα τα δέντρα –τα σφεντάμια, οι οξιές– είναι ίσα μπροστά στο τσεκούρι και το πριόνι.



Αργότερα, περιπλανιόμουν στον κόσμο μ’ ένα παλιό αυτοκίνητο: μια φορά είδα το πευκοδάσος του Γουαϊόμινγκ να καίγεται, άκουσα τον στείρο κεραυνό των πυρακτωμένων κλαδιών, τον συριγμό της ρητίνης, το τρέμουλο των πουλιών που φτερούγιζαν ανάμεσα στις φλόγες, στα ερείπια. Μιαν άλλη φορά, το φθινόπωρο ήταν κόκκινο και πορτοκαλί σαν πίνακας του Βλαμένκ.



Έφτασε ο χειμώνας, λευκός, γυμνός και διάφανος: κατρακύλησε πάνω στη βλάστηση· οι σκελετοί των δέντρων υψώνονταν στον ορίζοντα σαν τα φαντάσματα. Τα δέντρα αποκοιμήθηκαν σ’ ένα παγωμένο μαξιλάρι μέσα στο γκρίζο φως.



Πέρασαν κάμποσες εβδομάδες· ύστερα, το φως άλλαξε, άλλαξε το σχήμα του αέρα: το ξύπνημα, ο κύκλος της ζωής, η επανάληψη· μια νιφάδα χιονιού ζυγιζόταν στα κλαδιά προτού λειώσει, προτού γίνει σταγόνα. Στον δρόμο για τη δύση, είδα τα χρυσά τουλιπόδεντρα, τα χωράφια όπου τα δέντρα έμοιαζαν με ανοιχτές ομπρέλες.
Για μια στιγμή που κράτησε λίγο ήμουν τόσο ευτυχισμένη που ο κόσμος ξεχείλιζε από μικρά θαύματα, δέντρα αρωματικά, νερά αστραφτερά, παραδείσια πουλιά σ’ όλα τα χρώματα: διέσχιζα τoν χερσότοπο των δέντρων του Ιησού του Ναυή, μονάχη ανάμεσα στους παράξενους βράχους από πολύχρωμο γρανίτη, ανάμεσα στην έρημο και τα ποτάμια. Όταν ο ήλιος έδυε, γλιστρώντας πίσω από τα φαλακρά βουνά, οι οζώδεις κορμοί τεντώνονταν προς τον ουράνιο θόλο· τα δέντρα έμοιαζαν με τον Ιησού του Ναυή που έδειχνε με τα χέρια απλωμένα τη Γη της Επαγγελίας.






* Το θαυμάσιο κείμενο της ΣΩΤΗΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ γράφτηκε ειδικά για τον κατάλογο της έκθεσης LES ARBRES EN PERIL του Χρήστου Βουγιουκλή, που γίνεται στην Gallerie XXL Art των Βρυξελλών και θα διαρκέσει μέχρι την 1η Απριλίου.