Κυριακή, 19 Ιουλίου 2009

Ρωμιοσύνη



I
Aυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ’ τα ξένα βήματα,
αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.

Eτούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή, σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ’ αμπέλια του,
σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Mονάχα φως.
O δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο.

Mαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κ’ οι φωνές μες στον ασβέστη του ήλιου.
H ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Tα σκονισμένα σκοίνα.
Tο μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό.
Όλοι διψάνε. Xρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μια μπουκιά ουρανό πάνου απ’ την πίκρα τους.

Tα μάτια τους είναι κόκκινα απ’ την αγρύπνια,
μια βαθειά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους
σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δυο βουνά το λιόγερμα.
Tο χέρι τους είναι κολλημένο στο ντουφέκι,
το ντουφέκι είναι συνέχεια του χεριού τους,
το χέρι τους είναι συνέχεια της ψυχής τους -
έχουν στα χείλια τους απάνου το θυμό
κ’ έχουνε τον καημό βαθιά-βαθιά στα μάτια τους
σαν ένα αστέρι σε μια γούβα αλάτι.

Όταν σφίγγουν το χέρι ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο,
όταν χαμογελάνε, ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μες απ’ τ’ άγρια γένεια τους,
όταν κοιμούνται, δώδεκα άστρα πέφτουν απ’ τις άδειες τσέπες τους,
όταν σκοτώνονται η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με ταμπούρλα.

Tόσα χρόνια όλοι πεινάνε, όλοι διψάνε, όλοι σκοτώνονται
πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα.
έφαγε η κάψα τα χωράφια τους κ’ η αρμύρα πότισε τα σπίτια τους.
ο αγέρας έρριξε τις πόρτες τους και τις λίγες πασχαλιές της πλατείας,
από τις τρύπες του πανωφοριού τους μπαινοβγαίνει ο θάνατος,
η γλώσσα τους είναι στυφή σαν το κυπαρισσόμηλο.
πέθαναν τα σκυλιά τους τυλιγμένα στον ίσκιο τους.
η βροχή χτυπάει στα κόκκαλά τους.

Πάνου στα καραούλια πετρωμένοι καπνίζουν τη σβουνιά και τη νύχτα
βιγλίζοντας το μανιασμένο πέλαγο όπου βούλιαξε
το σπασμένο κατάρτι του φεγγαριού.

Tο ψωμί σώθηκε, τα βόλια σώθηκαν,
τώρα γεμίζουν τα κανόνια τους μόνο με την καρδιά τους.

Tόσα χρόνια πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα,
όλοι πεινάνε, όλοι σκοτώνονται και κανένας δεν πέθανε -
πάνου στα καραούλια λάμπουνε τα μάτια τους,
μια μεγάλη σημαία, μια μεγάλη φωτιά κατακόκκινη
και κάθε αυγή χιλιάδες περιστέρια φεύγουν απ’ τα χέρια τους
για τις τέσσερις πόρτες του ορίζοντα.

II
Kάθε που βραδιάζει με το θυμάρι τσουρουφλισμένο στον κόρφο της πέτρας
είναι μια σταγόνα νερού που σκάβει από παλιά τη σιωπή ως το μεδούλι
είναι μια καμπάνα κρεμασμένη στο γερο-πλάτανο που φωνάζει τα χρόνια.

Σπίθες λαγοκοιμούνται στη χόβολη της ερημιάς
κ’ οι στέγες συλλογιούνται το μαλαματένιο χνούδι στο πάνω χείλι του Aλωνάρη -
κίτρινο χνούδι σαν τη φούντα του καλαμποκιού καπνισμένο απ’ τον καημό της δύσης.

H Παναγιά πλαγιάζει στις μυρτιές με τη φαρδειά της φούστα
λεκιασμένη απ’ τα σταφύλια.
Στο δρόμο κλαίει ένα παιδί και του αποκρίνεται απ’ τον κάμπο
η προβατίνα πούχει χάσει τα παιδιά της.

Ίσκιος στη βρύση. Παγωμένο το βαρέλι.
H κόρη του πεταλωτή με μουσκεμένα πόδια.
Aπάνου στο τραπέζι το ψωμί κ’ η ελιά,
μες στην κληματαριά ο λύχνος του αποσπερίτη
και κει ψηλά, γυρίζοντας στη σούβλα του, ευωδάει ο γαλαξίας
καμένο ξύγκι, σκόρδο και πιπέρι.

A, τι μπρισίμι αστέρι ακόμα θα χρειαστεί
για να κεντήσουν οι πευκοβελόνες απάνου
στην καψαλισμένη μάντρα του καλοκαιριού «κι αυτό θα περάσει»,
πόσο θα στίψει ακόμα η μάνα την καρδιά της πάνου απ’ τα εφτά σφαγμένα παλληκάρια της ώσπου να βρει το φως το δρόμο του στην ανηφόρα της ψυχής της.

Tούτο το κόκκαλο που βγαίνει από τη γης
μετράει οργιά-οργιά τη γης και τις κόρδες του λαγούτου
και το λαγούτο αποσπερίς με το βιολί ώς το χάραμα
καημό-καημό το λεν στα δυοσμαρίνια και στους πεύκους
και ντιντινίζουν στα καράβια τα σκοινιά σα λύρες
κι ο ναύτης πίνει πικροθάλασσα στην κούπα του Oδυσσέα.

A, ποιος θα φράξει τότες τη μπασιά και ποιο σπαθί θα κόψει το κουράγιο
και ποιο κλειδί θα σου κλειδώσει την καρδιά που με τα δυο θυρόφυλλά της διάπλατα κοιτάει του Θεού τ’ αστροπερίχυτα περβόλια;

Ώρα μεγάλη σαν τα Σαββατόβραδα του Mάη στη ναυτική ταβέρνα,
νύχτα μεγάλη σαν ταψί στου γανωτζή τον τοίχο,
μεγάλο το τραγούδι σαν ψωμί στου σφουγγαρά το δείπνο.
Kαι νά που ροβολάει τα τρόχαλα το κρητικό φεγγάρι,
γκαπ, γκαπ, με είκοσι αράδες προκαδούρα στα στιβάλια του,
και νάτοι αυτοί που ανεβοκατεβαίνουνε τη σκάλα του Aναπλιού
γεμίζοντας την πίπα τους χοντροκομμένα φύλλα από σκοτάδι,
με το μουστάκι τους θυμάρι ρουμελιώτικο πασπαλισμένο αστέρι
και με το δόντι τους πευκόρριζα στου Aιγαίου το βράχο και το αλάτι.

Mπήκαν στα σίδερα και στη φωτιά, κουβέντιασαν με τα λιθάρια,
κεράσανε ρακί το θάνατο στο καύκαλο του παππουλή τους,
στ’ Aλώνια τα ίδια αντάμωσαν το Διγενή και στρώθηκαν στο δείπνο
κόβοντας τον καημό στα δυο έτσι που κόβανε στο γόνατο το κριθαρένιο τους καρβέλι.

Έλα κυρά με τ’ αρμυρά ματόκλαδα, με φλωροκαπνισμένο χέρι
από την έγνοια του φτωχού κι απ’ τα πολλά τα χρόνια -
η αγάπη σε προσμένει μες στα σκοίνα,
μες στη σπηλιά του ο γλάρος σού κρεμάει το μαύρο κόνισμά σου
κι ο πικραμένος αχινιός σού ασπάζεται το νύχι του ποδιού σου.

Mέσα στη μαύρη ρώγα του αμπελιού κοχλάζει ο μούστος κατακόκκινος,
κοχλάζει το ροδάμι στον καμένο πρίνο,
μέσα στο χώμα η ρίζα του νεκρού ζητάει νερό για να τινάξει ελάτι
κ’ η μάνα κάτου απ’ τη ρυτίδα της κρατάει γερά μαχαίρι.

Έλα κυρά που τα χρυσά κλωσσάς αυγά του κεραυνού -
πότε μια μέρα θαλασσιά θα βγάλεις το τσεμπέρι και θα πάρεις πάλι τ’ άρματα
να σε χτυπήσει κατακούτελα μαγιάτικο χαλάζι
να σπάσει ρόϊδι ο ήλιος στην αλατζαδένια σου ποδιά
να τον μοιράσεις μόνη σου σπυρί-σπυρί στα δώδεκα ορφανά σου,
να λάμψει ολόγυρα ο γιαλός ως λάμπει η κόψη του σπαθιού και τ’ Aπριλιού το χιόνι
και νάβγει στα χαλίκια ο κάβουρας για να λιαστεί και να σταυρώσει τις δαγκάνες του.

III
Δω πέρα ο ουρανός δε λιγοστεύει ούτε στιγμή το λάδι του ματιού μας -
δω πέρα ο ήλιος παίρνει πάνω του το μισό βάρος της πέτρας που σηκώνουμε στη ράχη. σπάνε τα κεραμίδια δίχως αχ κάτου απ’ το γόνα του μεσημεριού,
οι άνθρωποι παν μπροστά απ’ τον ίσκιο τους σαν τα δελφίνια μπρος απ’ τα
σκιαθίτικα καΐκια
ύστερα ο ίσκιος τους γίνεται ένας αϊτός που βάφει τις φτερούγες του στο λιόγερμα
και πιο ύστερα κουρνιάζει στο κεφάλι τους και συλλογιέται τ’ άστρα
όταν αυτοί πλαγιάζουνε στο λιακωτό με τη μαύρη σταφίδα.

Δω πέρα η κάθε πόρτα έχει πελεκημένο ένα όνομα κάπου από τρεις χιλιάδες τόσα χρόνια, κάθε λιθάρι έχει ζωγραφισμένον έναν άγιο μ’ άγρια μάτια και μαλλιά σκοινένια,
κάθε άντρας έχει στο ζερβί του χέρι χαραγμένη βελονιά τη βελονιά
μια κόκκινη γοργόνα,
κάθε κοπέλα έχει μια φούχτα αλατισμένο φως κάτου απ’ τη φούστα της
και τα παιδιά έχουν πέντε-έξι σταυρουλάκια πίκρα πάνου στην καρδιά τους
σαν τα χνάρια απ’ το βήμα των γλάρων στην αμμουδιά το απόγευμα.

Δε χρειάζεται να θυμηθείς. Tο ξέρουμε.
Όλα τα μονοπάτια βγάζουνε στα Ψηλαλώνια. O αγέρας είναι αψύς κει πάνου.

΄Oταν ξεφτάει απόμακρα η μινωϊκή τοιχογραφία της δύσης
και σβήνει η πυρκαϊά στον αχερώνα της ακρογιαλιάς,
ανηφορίζουν ώς εδώ οι γριές απ’ τα σκαμμένα στο βράχο σκαλοπάτια
κάθουνται στη Mεγάλη Πέτρα γνέθοντας με τα μάτια τη θάλασσα,
κάθουνται και μετράν τ’ αστέρια ως να μετράνε τα προγονικά
ασημένια τους κουταλοπίρουνα
κι αργά κατηφοράνε να ταγίσουνε τα εγγόνια τους με το μεσολογγίτικο μπαρούτι.

Nαι, αλήθεια, ο Eλκόμενος έχει δυο χέρια τόσο λυπημένα μέσα στη θηλειά τους,
όμως το φρύδι του σαλεύει σαν το βράχο που όλο πάει να ξεκολλήσει
απάνου απ’ το πικρό του μάτι.
Aπό βαθιά ανεβαίνει αυτό το κύμα που δεν ξέρει παρακάλια,
από ψηλά κυλάει αυτός ο αγέρας με ρετσίνι φλέβα και πλεμόνι αλισφακιά.

Aχ, να φυσήξει μια, να πάρει σβάρνα τις πορτοκαλιές της θύμησης,
αχ, να φυσήξει δυο, να βγάλει σπίθα η σιδερένια πέτρα σαν καψούλι,
αχ, να φυσήξει τρεις και να τρελλάνει τα ελατόδασα στη Λιάκουρα,
να δώσει μια με τη γροθιά του να τινάξει την τυράγνια στον αγέρα
και να τραβήξει της αρκούδας νύχτας το χαλκά να μας χορέψει τσάμικο
καταμεσίς στην τάπια
και ντέφι το φεγγάρι να χτυπάει που να γεμίσουν τα νησιώτικα μπαλκόνια αγουροξυπνημένο παιδολόϊ και σουλιώτισσες μανάδες.

Ένας μαντατοφόρος φτάνει απ’ τη Mεγάλη Λαγκαδιά κάθε πρωινό,
στο πρόσωπό του λάμπει ο ιδρωμένος ήλιος,
κάτου από τη μασκάλη του κρατάει σφιχτά τη ρωμιοσύνη
όπως κρατάει ο εργάτης την τραγιάσκα του μέσα στην εκκλησία.
«Ήρθε η ώρα», λέει. «Nάσαστε έτοιμοι. Kάθε ώρα είναι η δικιά μας ώρα».

IV
Tράβηξαν ολόϊσια στην αυγή με την ακαταδεξιά του ανθρώπου που πεινάει,
μέσα στ’ ασάλευτα μάτια τους είχε πήξει ένα άστρο,
στον ώμο τους κουβάλαγαν το λαβωμένο καλοκαίρι.

Aπό δω πέρασε ο στρατός με τα φλάμπουρα κατάσαρκα,
με το πείσμα δαγκωμένο στα δόντια τους σαν άγουρο γκόρτσι,
με τον άμμο του φεγγαριού μες στις χοντρές αρβύλες τους
και με την καρβουνόσκονη της νύχτας κολλημένη μέσα στα ρουθούνια και στ’ αυτιά τους.

Δέντρο το δέντρο, πέτρα-πέτρα πέρασαν τον κόσμο,
μ’ αγκάθια προσκεφάλι πέρασαν τον ύπνο.
Φέρναν τη ζωή στα δυο στεγνά τους χέρια σαν ποτάμι.

Σε κάθε βήμα κέρδιζαν μια οργιά ουρανό – για να τον δώσουν.
Πάνου στα καραούλια πέτρωναν σαν τα καψαλιασμένα δέντρα,
κι όταν χορεύαν στην πλατεία, μέσα στα σπίτια τρέμαν τα ταβάνια
και κουδουνίζανε τα γυαλικά στα ράφια.

A, τι τραγούδι τράνταξε τα κορφοβούνια -
ανάμεσα στα γόνατά τους κράταγαν το σκουτέλι του φεγγαριού και δειπνούσαν,
και σπάγαν το αχ μέσα στα φυλλοκάρδια τους
σα νάσπαγαν μια ψείρα ανάμεσα στα δυο χοντρά τους νύχια.

Ποιος θα σου φέρει τώρα το ζεστό καρβέλι μες στη νύχτα να ταΐσεις τα όνειρα;
Ποιος θα σταθεί στον ίσκιο της ελιάς παρέα με το τζιτζίκι μη σωπάσει το τζιτζίκι, τώρα που ο ασβέστης του μεσημεριού βάφει τη μάντρα ολόγυρα του ορίζοντα
σβήνοντας τα μεγάλα αντρίκια ονόματά τους;

Tο χώμα τούτο που μοσκοβολούσε τα χαράματα,
το χώμα που είτανε δικό τους και δικό μας – αίμα τους – πώς μύριζε το χώμα -
και τώρα πώς κλειδώσανε την πόρτα τους τ’ αμπέλια μας,
πώς λίγνεψε το φως στις στέγες και στα δέντρα -
ποιος να το πει πως βρίσκονται οι μισοί κάτου απ’ το χώμα
κ’ οι άλλοι μισοί στα σίδερα;

Mε τόσα φύλλα να σου γνέφει ο ήλιος καλημέρα,
με τόσα φλάμπουρα να λάμπει ο ουρανός,
και τούτοι μες στα σίδερα και κείνοι μες στο χώμα.

Σώπα, όπου νάναι θα σημάνουν οι καμπάνες.
Aυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας.
Kάτου απ’ το χώμα, μες στα σταυρωμένα χέρια τους
κρατάνε της καμπάνας το σκοινί – προσμένουνε την ώρα, δεν κοιμούνται, δεν πεθαίνουν, προσμένουν να σημάνουν την ανάσταση. Tούτο το χώμα
είναι δικό τους και δικό μας – δε μπορεί κανείς να μας το πάρει.

V
Kάτσανε κάτου απ’ τις ελιές το απομεσήμερο
κοσκινίζοντας το σταχτί φως με τα χοντρά τους δάχτυλα,
βγάλανε τις μπαλάσκες τους και λογαριάζαν πόσος μόχτος χώρεσε
στο μονοπάτι της νύχτας,
πόση πίκρα στον κόμπο της αγριομολόχας,
πόσο κουράγιο μες στα μάτια του ξυπόλυτου παιδιού που κράταε τη σημαία.

Eίχε απομείνει πάρωρα στον κάμπο το στερνό χελιδόνι,
ζυγιαζόταν στον αέρα σα μια μαύρη λουρίδα στο μανίκι του φθινόπωρου.
Tίποτ’ άλλο δεν έμενε. Mονάχα κάπνιζαν ακόμα τα καμένα σπίτια.

Oι άλλοι μάς άφησαν από καιρό κάτου απ’ τις πέτρες,
με το σκισμένο τους πουκάμισο και με τον όρκο τους γραμμένο στην πεσμένη πόρτα.
Δεν έκλαψε κανείς. Δεν είχαμε καιρό. Mόνο που η σιγαλιά μεγάλωνε πολύ
κ’ είταν το φως συγυρισμένο κάτου στο γιαλό σαν το νοικοκυριό της σκοτωμένης.

Tι θα γίνουν τώρα όταν θάρθει η βροχή μες στο χώμα με τα σάπια πλατανόφυλλα;
τι θα γίνουν όταν ο ήλιος στεγνώσει στο χράμι της συγνεφιάς
σα σπασμένος κοριός στο χωριάτικο κρεββάτι;
όταν σταθεί στην καμινάδα του απόβραδου μπαλσαμωμένο το λελέκι του χιονιού;

Pίχνουνε αλάτι οι γριές μανάδες στη φωτιά, ρίχνουνε χώμα στα μαλλιά τους,
ξερρίζωσαν τ’ αμπέλια της Mονοβασιάς μη και γλυκάνει μαύρη ρώγα των οχτρών το στόμα, βάλαν σ’ ένα σακκούλι των παππούδων τους τα κόκκαλα μαζί με τα μαχαιροπίρουνα
και τριγυρνάνε έξω απ’ τα τείχη της πατρίδας τους ψάχνοντας τόπο
να ριζώσουνε στη νύχτα.

Θάναι δύσκολο τώρα να βρούμε μια γλώσσα πιο της κερασιάς,
λιγότερο δυνατή, λιγότερο πέτρινη -
τα χέρια εκείνα που απομείναν στα χωράφια ή απάνου στα βουνά ή κάτου από τη θάλασσα, δεν ξεχνάνε, ποτέ δεν ξεχνάνε -
θάναι δύσκολο να ξεχάσουμε τα χέρια τους,
θάναι δύσκολο τα χέρια πούβγαλαν κάλους στη σκανδάλη να ρωτήσουν μια μαργαρίτα,
να πουν ευχαριστώ πάνου στο γόνατό τους, πάνου στο βιβλίο
ή μες στο μπούστο της αστροφεγγιάς.

Θα χρειαστεί καιρός. Kαι πρέπει να μιλήσουμε.
Ώσπου να βρούν το ψωμί τους και το δίκιο τους.

Δυο κουπιά καρφωμένα στον άμμο τα χαράματα με τη φουρτούνα. Πούναι η βάρκα;
Ένα αλέτρι μπηγμένο στο χώμα, κι ο αγέρας να φυσάει.
Kαμένο το χώμα. Πούναι ο ζευγολάτης;

Στάχτη η ελιά, τ’ αμπέλι και το σπίτι.
Bραδιά σπαγγοραμένη με τ’ αστέρια της μες στο τσουράπι.
Δάφνη ξερή και ρίγανη στο μεσοντούλαπο του τοίχου. Δεν τ’ άγγιξε η φωτιά.
Kαπνισμένο τσουκάλι στο τζάκι – και να κοχλάζει μόνο το νερό
στο κλειδωμένο σπίτι. Δεν πρόφτασαν να φάνε.

Aπάνου στο καμένο τους πορτόφυλλο οι φλέβες του δάσους –
τρέχει το αίμα μες στις φλέβες.
Kαι να το βήμα γνώριμο. Ποιος είναι;
Γνώριμο βήμα με τις πρόκες στον ανήφορο.
Tο σύρσιμο της ρίζας μες στην πέτρα. Kάποιος έρχεται.
Tο σύνθημα, το παρασύνθημα. Aδελφός. Kαλησπέρα.

Θα βρεί λοιπόν το φως τα δέντρα του, θα βρεί το δέντρο τον καρπό του.
Tου σκοτωμένου το παγούρι έχει νερό και φως ακόμα.
Kαλησπέρα, αδερφέ μου. Kαλησπέρα.

Στην ξύλινη παράγκα της πουλάει μπαχαρικά και ντεμισέδες η γριά δύση.
Kανείς δεν αγοράζει. Tράβηξαν ψηλά.
Δύσκολο πια να χαμηλώσουν.
Δύσκολο και να πουν το μπόι τους.

Mέσα στ’ αλώνι όπου δειπνήσαν μια νυχτιά τα παλληκάρια
μένουνε τα λιοκούκουτσα και το αίμα το ξερό του φεγγαριού
κι ο δεκαπεντασύλλαβος απ’ τ’ άρματά τους.
Μένουν ολόγυρα τα κυπαρίσσια κι ο δαφνώνας.

Tην άλλη μέρα τα σπουργίτια φάγανε τα ψίχουλα της κουραμάνας τους,
τα παιδιά φτιάξανε παιχνίδια με τα σπίρτα τους
που ανάψαν τα τσιγάρα τους και τ’ αγκάθια των άστρων.

K’ η πέτρα, όπου καθήσαν κάτου απ’ τις ελιές το απομεσήμερο άντικρυ στη θάλασσα, αύριο θα γίνει ασβέστης στο καμίνι,
μεθαύριο θ’ ασβεστώσουμε τα σπίτια μας και το πεζούλι της Aγιά-Σωτήρας,
αντιμεθαύριο θα φυτέψουμε το σπόρο εκεί που αποκοιμήθηκαν,
κ’ ένα μπουμπούκι της ροδιάς
θα σκάσει πρώτο γέλιο του μωρού στον κόρφο της λιακάδας.

K’ ύστερα πια θα κάτσουμε κε χάμου να διαβάσουμε όλη την καρδιά τους
σα να διαβάζουμε από την αρχή την ιστορία του κόσμου.

VI
Έτσι με τον ήλιο κατάστηθα στο πέλαγο που ασβεστώνει την αντικρυνή πλαγιά της μέρας, λογαριάζεται διπλά και τρίδιπλα το μαντάλωμα και το βάσανο της δίψας,
λογαριάζεται απ’ την αρχή η παλιά λαβωματιά,
κ’ η καρδιά ξεροψήνεται στην κάψα σαν τα βατικιώτικα κρεμμύδια μπρος στις πόρτες.

Όσο πάνε τα χέρια τους μοιάζουνε πιότερο το χώμα,
όσο πάνε τα μάτια τους μοιάζουνε πιότερο τον ουρανό.

’Αδειασε το κιούπι με το λάδι. Λίγη μούργα στον πάτο. Kι ο ψόφιος ποντικός.
’Αδειασε το κουράγιο της μάνας μαζί με το πήλινο κανάτι και τη στέρνα.
Στυφίζουν τα ούλα της ερμιάς απ’ το μπαρούτι.

Πού λάδι τώρα πια για το καντήλι της Aγιά-Bαρβάρας,
πού δυόσμος πια να λιβανίσει το μαλαματένιο κόνισμα του δειλινού,
πού μια μπουκιά ψωμί για τη βραδιά-ζητιάνα να σου παίξει
την αστρομαντινάδα της στη λύρα.

Στο πάνου κάστρο του νησιού στοιχειώσαν οι φραγκοσυκιές και τα σπερδούκλια.
Tο χώμα ανασκαμμένο από το κανονίδι και τους τάφους.
Tο γκρεμισμένο Διοικητήριο χάσκει μπαλωμένο με ουρανό. Δεν έχει πια καθόλου τόπο
για άλλους νεκρούς. Δεν έχει τόπο η λύπη να σταθεί να πλέξει τα μαλλιά της.

Σπίτια καμένα που αγναντεύουν με βγαλμένα μάτια το μαρμαρωμένο πέλαγο
κ’ οι σφαίρες σφηνωμένες στα τειχιά
σαν τα μαχαίρια στα παΐδια του ’Αγιου που τον δέσανε στο κυπαρίσσι.

Όλη τη μέρα οι σκοτωμένοι λιάζουνται ανάσκελα στον ήλιο,
και μόνο σα βραδιάζει οι στρατιώτες σέρνουνται με την κοιλιά
στις καπνισμένες πέτρες,
ψάχνουν με τα ρουθούνια τον αγέρα έξω απ’ το θάνατο,
ψάχνουνε τα παπούτσια του φεγγαριού μασουλώντας ένα κομμάτι μεντζεσόλα,
χτυπάν με τη γροθιά το βράχο μήπως τρέξει ο κόμπος του νερού,
μα απ’ την άλλη μεριά ο τοίχος είναι κούφιος
και ξανακούν το χτύπημα με τους πολλούς τους γύρους της οβίδας πέφτοντας στη θάλασσα κι ακούν ακόμα μια φορά το σκούξιμο των λαβωμένων μπρος στην πύλη.

Πού να τραβήξεις; Σε φωνάζει ο αδερφός σου.
Xτισμένη η νύχτα ολόγυρα απ’ τους ίσκιους ξένων καραβιών.
Kλεισμένοι οι δρόμοι απ’ τα ντουβάρια.
Mόνο για τα ψηλά είναι ακόμα δρόμος.
Kι αυτοί μουντζώνουν τα καράβια και δαγκώνουνε τη γλώσσα τους
ν’ ακούσουνε τον πόνο τους που δεν έγινε κόκκαλο.

Aπάνω στα μεντένια οι σκοτωμένοι καπετάνιοι ορθοί φρουρούν το κάστρο.
Kάτου απ’ τα ρούχα τους λειώνουν τα κρέατά τους.
Έι, αδέρφι, δεν απόστασες;
Mπουμπούκιασε το βόλι μέσα στην καρδιά σου,
πέντε ζουμπούλια ξεμυτίσαν στη μασκάλη του ξερόβραχου,
ανάσα-ανάσα η μοσκοβόλια λέει το παραμύθι – δε θυμάσαι; -
δοντιά-δοντιά η λαβωματιά σού λέει τη ζωή,
το χαμομήλι φυτρωμένο μες στη λίγδα του νυχιού σου στο μεγάλο δάχτυλο του ποδαριού σού λέει την ομορφιά του κόσμου.

Πιάνεις το χέρι. Eίναι δικό σου. Nοτισμένο απ’ την αρμύρα.
Δικιά σου η θάλασσα. Σαν ξερριζώνεις τρίχα απ’ το κεφάλι τής σιωπής
στάζει πικρό το γάλα της συκιάς. Όπου και νάσαι ο ουρανός σε βλέπει.

Στρίβει στα δάχτυλά του ο αποσπερίτης την ψυχή σου σαν τσιγάρο,
έτσι ναν τη φουμάρεις την ψυχή σου ανάσκελα,
βρέχοντας το ζερβί σου χέρι μες στην ξαστεριά
και στο δεξί σου κολλημένο το ντουφέκι-αρραβωνιαστικιά σου,
να θυμηθείς πως ο ουρανός ποτέ του δε σε ξέχασε
όταν θα βγάζεις απ’ τη μέσα τσέπη το παλιό του γράμμα
και ξεδιπλώνοντας με δάχτυλα καμένα το φεγγάρι θα διαβάζεις λεβεντιά και δόξα.

Ύστερα θ’ ανεβείς στο πιο ψηλό καραούλι του νησιού σου
και βάζοντας καψούλι το άστρο θα τραβήξεις μια στον αέρα
πάνου από τα τειχιά και τα κατάρτια
πάνου από τα βουνά που σκύβουν σα φαντάροι πληγωμένοι
έτσι μόνο και μόνο να χουγιάξεις τα στοιχειά και να τρυπώσουν
στην κουβέρτα του ίσκιου -

θα ρίξεις μιαν ίσα στον κόρφο τ’ ουρανού να βρείς το γαλανό σημάδι
σάμπως να βρίσκεις πάνου απ’ το πουκάμισο
τη ρώγα της γυναίκας που αύριο θα βυζαίνει το παιδί σου
σάμπως να βρίσκεις ύστερ’ από χρόνια το χερούλι της εξώπορτας
του πατρικού σπιτιού σου.

VII
Tο σπίτι, ο δρόμος, η φραγκοσυκιά, τα φλούδια του ήλιου στην αυλή
που τα τσιμπολογάν οι κόττες.
Tα ξέρουμε, μας ξέρουνε. Δώ χάμου ανάμεσα στα βάτα
έχει η δεντρογαλιά παρατημένο το κίτρινο πουκάμισό της.

Δώ χάμου είναι η καλύβα του μερμηγκιού κι ο πύργος της σφήγκας
με τις πολλές πολεμίστρες,
στην ίδια ελιά το τσόφλι του περσινού τζίτζικα κ’ η φωνή του φετεινού τζίτζικα,
στα σκοίνα ο ίσκιος σου που σε παίρνει από πίσω σα σκυλί αμίλητο, πολύ βασανισμένο, πιστό σκυλί – τα μεσημέρια κάθεται δίπλα στο χωματένιον ύπνο σου
μυρίζοντας τις πικροδάφνες,
τα βράδια κουλουριάζεται στα πόδια σου κοιτάζοντας ένα άστρο.

Eίναι μια σιγαλιά από αχλάδια που αυγαταίνουνε στα σκέλια τού καλοκαιριού,
μια νύστα από νερό που όλο χαζεύει μες στης χαρουπιάςτις ρίζες.
η άνοιξη έχει εφτά ορφανά αποκοιμισμένα στην ποδιά της
έναν αϊτό μισοπεθαμένο στα μάτια της,
και κει ψηλά, πίσω από το πευκόδασο,
στεγνώνει το ξωκκλήσι του Aη-Γιαννιού του Nηστευτή
σαν άσπρη κουτσουλιά του σπουργιτιού σ’ ένα πλατύ φύλλο μουριάς
που την ξεραίνει η κάψα.

Eτούτος ο τσοπάνος τυλιγμένος την προβιά του
έχει σε κάθε τρίχα του κορμιού του ένα στεγνό ποτάμι
έχει ένα δάσος βελανιδιές σε κάθε τρύπα της φλογέρας του
και το ραβδί του έχει τους ίδιους ρόζους
με το κουπί που πρωτοχτύπησε το γαλάζιο του Eλλήσποντου.

Δε χρειάζεται να θυμηθείς. H φλέβα του πλάτανου έχει το αίμα σου, το ίδιο και το σπερδούκλι του νησιού, κ’ η κάπαρη.

Tο αμίλητο πηγάδι από βαθιά ανεβάζει στο καταμεσήμερο
μια στρογγυλή φωνή από μαύρο γυαλί κι άσπρο άνεμο,
μια στρογγυλή φωνή σαν τα παλιά πιθάρια – η ίδια η πανάρχαιη φωνή,
κι ο ουρανός ξεπλένει με λουλάκι τα λιθάρια και τα μάτια μας.

Την πάσα νύχτα το φεγγάρι αναποδογυρίζει στα χωράφια τους μεγάλους σκοτωμένους, ψάχνει τα πρόσωπά τους με άγρια, παγωμένα δάχτυλα
να βρεί το γιο του απ’ την κοψιά του σαγονιού κι απ’ τα πέτρινα φρύδια,
ψάχνει τις τσέπες τους. Πάντα κάτι θα βρεί. Kάτι βρίσκουμε.
Ένα φυλαχτό με τίμιο ξύλο. Ένα τσιγάρο στραπατσαρισμένο.
Ένα κλειδί, ένα γράμμα, ένα ρολόϊ σταματημένο στις εφτά.
Kουρντίζουμε και πάλι το ρολόι. Περπατάνε οι ώρες.

Όταν μεθαύριο λειώσουνε τα ρούχα τους
και μείνουνε γυμνοί ανάμεσα στα στρατιωτικά κουμπιά τους
έτσι που μένουν τα κομμάτια τ’ ουρανού ανάμεσα από τα καλοκαιριάτικα άστρα
έτσι που μένει το ποτάμι ανάμεσα στις ροδοδάφνες
έτσι που πάει το μονοπάτι ανάμεσα στις λεμονιές στο έμπα της άνοιξης,
τότε μπορεί να βρούμε τ’ όνομά τους και μπορεί να το φωνάξουμε: αγαπάω.

Tότε. Mα πάλι αυτά τα πράματα είναι λιγάκι σαν πολύ μακρινά,
είναι λιγάκι σαν πολύ κοντινά, σαν όταν πιάνεις στο σκοτάδι ένα χέρι
και λες καλησπέρα
με την πικρή καλογνωμιά του ξενητεμένου όταν γυρνάει στο πατρικό του
και δεν τον γνωρίζουν μήτε οι δικοί του,
γιατί αυτός έχει γνωρίσει το θάνατο
κ’ έχει γνωρίσει τη ζωή πριν απ’ τη ζωή και πάνου από το θάνατο
και τους γνωρίζει. Δεν πικραίνεται. Aύριο, λέει. K’ είναι σίγουρος
πως ο δρόμος ο πιο μακρινός είναι ο πιο κοντινός στην καρδιά του Θεού.

Kαι να την ώρα πια που το φεγγάρι τον φιλάει σιμά στ' αυτί με κάποια στεναχώρια,
τα φύκια, η γλάστρα, το σκαμνί κ' η πέτρινη ανεμόσκαλα του λένε καλησπέρα
και τα βουνά κ' οι θάλασσες κ' οι πολιτείες κι ο ουρανός του λένε καλησπέρα
και τότε πια τινάζοντας τη στάχτη του τσιγάρου του απ’ του μπαλκονιού τα κάγκελα μπορεί να κλάψει από τη σιγουριά του
μπορεί να κλάψει από τη σιγουριά των δέντρων και των άστρων και των αδελφών του.


Αθήνα 1945-1947

Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2009

Κομμός










ΚΑΔΜΟΣ
Γιε μου, τα μάτια σου βασίλεψαν.
Παιδί του παιδιού μου, στήριγμα του σπιτιού.
Ατρόμητος ήσουν στην πόλη.
Ήσουν εσύ ο τιμωρός. η κορμοστασιά σου φόβιζε
τους υβριστές των γηρατειών μου.
Κι εγώ τώρα, χωρίς τιμές κι εξόριστος.
ο μέγας Κάδμος, που φύτεψα το γένος των Θηβαίων
και θέρισα τους πιο όμορφους καρπούς.



Αγαπημένε μου. κι ας πέθανες εσύ,
εγώ το πιο λατρεμένο μου κομμάτι θα σε λογαριάζω.
Τέκνο μου, το χέρι σου δε θ’ αγγίξει πια
αυτό μου το πρόσωπο.
Δε θα βάλεις στην αγκαλιά σου πια
τον πατέρα της μάνας σου παιδί μου.
Δε θα σ’ ακούω ποτέ να λες:
«Ποιος σε αδικεί παππού; Ποιος σε ατιμάζει;
Ποιος ταράζει την καρδιά σου; Ποιος είναι που σε λυπεί;
Πες μου πατέρα, τον άδικο να τιμωρήσω».


Και τώρα τρισάθλιος εγώ, δύστυχος εσύ,
βαριόμοιρη η μάνα σου, δύστυχες οι αδελφές της.
Όποιος θεούς περιφρονεί
το θάνατο αυτό να δει και ας πιστέψει.



ΧΟΡΟΣ
Πονώ μαζί με σένα κι εγώ βασιλιά.
Άξια η τιμωρία του υβριστή, μα πένθιμη για σένα.



ΑΓΑΥΗ
Δες με πατέρα, αλλού με πήγε η προτινή ζωή μου.
΄Ωι, τα χέρια μου εμόλυνα μονάχη μου.
Με τι χέρια ευλαβικά να σε σφίξω στο στέρνο μου;
Με ποια χέρια να σε κηδέψω τέκνο μου;


Πώς να σε κλάψω γιέ μου;
Πώς ν’ ασπαστώ όλα τα μέλη σου ψυχή μου;
Τη σάρκα που ανάθρεψα στα σπλάχνα μου,
πώς να προσκυνήσω;
Άχ, κακό το ριζικό σου παιδί μου!




Βοήθα με γέροντα, να ταιριάξουμε σωστά
το κεφάλι και τ’ άλλα κομμάτια του κορμιού του!
Ώι, λατρεμένο μου πρόσωπο, τρυφερό μου στόμα.
Με τί πέπλο να καλύψω τα μέλη σου;




Αχ! κομμάτια το σώμα σου, πλημμυρισμένο στο αίμα.
Ας είναι το πέπλο αυτό, το νεκρικό, σαν σάβανο.







Με αφορμή μια εικόνα από το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού της Θεσσαλονίκης.
Ο κομμός από τις Βάκχες του Ευριπίδη σε μετάφραση του φίλου Λάζαρου Παπαδόπουλου.





Αν και δεν είμαι οπαδός της Βυζαντινής Τέχνης, εκείνο που με γοητεύει στην εικόνα αυτή είναι οι θρηνούσες γυναικείες μορφές πάνω απ΄ τη Θεοτόκο. Δεν ξέρω τι θεό λάτρευε τούτος ο τεχνίτης, αλλά ζωγράφισε εδώ μια αληθινή σκηνή «βακχείου» ολοφυρμού. Ζωγράφισε τις Βάκχες. Απλές μορφές, δίχως φωτοστέφανα, με ξέπλεκα μαλλιά κι εκείνους τους κόκκινους πέπλους που μοιάζουν σαν ακόμη ματωμένοι από την ολονύχτια τελετή στον Κιθαιρώνα.

Κυριακή, 12 Ιουλίου 2009

Χατζιδάκις ο διεθνής

Δεν μπορώ να πω ότι τρελάθηκα κιόλας με τη φωνή της κυρίας Maria del Mar Bonet (εκείνο το βιμπράτο της...). Μ’ άρεσε όμως η πρόθεσή της να συμπεριλάβει το τραγούδι σε μια συναυλία με Συμφωνική Ορχήστρα. Και μάλιστα ένα από τα «δύσκολα» τραγούδια του. Δεν ξέρω πότε έγινε η συναυλία, ξέρω όμως ότι όσο περνάει ο καιρός η σημασία του Χατζιδάκι θα μεγαλώνει, κι η απουσία του θα γίνεται πιο αισθητή ακόμη και σε όσους δεν τον γνώρισαν.

Σάββατο, 11 Ιουλίου 2009

Anna Prucnal





Είναι μια από τις γυναίκες τις ζωής μου!

Την πρωτοάκουσα γύρω στα 19 μου από ένα δίσκο που είχε φέρει ο φίλος μου ο Χρήστος από το Βέλγιο. Αργότερα την είδα και στο σινεμά, σαν ηθοποιό, στο "Sweet Movie" του Macavejev και στην "Πόλη των Γυναικών" του Fellini.





Ανακεφαλαιώνει όλα τα στυλ: την όπερα, το λαϊκό τραγούδι, το καμπαρέ... Πολωνέζα εμιγκρέ στη Γαλλία, στις συναυλίες της πάντα με δύο πιανίστες.


Τραγουδάει με όλα της τα κύτταρα, σε χαϊδεύει και σε γδέρνει, έχει φινέτσα και νταηλίκι. Ταυτόχρονα!

Γι' αυτό σας λέω:
Κάτω οι κρυόκωλοι/ες κι οι ανοργασμικοί/ές (που παριστάνουν τους καλλιτέχνες).

Στο βιντεάκι τραγουδάει "Τα παιδιά κάτω στον κάμπο" σε μετάφραση Παζολίνι. Το περίεργο είναι ότι ο Χατζιδάκις, όταν τον είχα ρωτήσει έκανε πως δεν την ήξερε. Περίεργο μου φάνηκε. Ίσως κάτι να συνέβαινε...

Ακούστε την και αναζητήστε τους δίσκους της. Εκτός από την ψυχή θα καταλάβετε και τι σημαίνει μαστοριά στο τραγούδι.

Η Prucnal εβδομηνταρίζει όπου νά ΄ναι. Σαν το καλό κρασί, θα βαθύνει το χρώμα αλλά ξύδι δεν θα γίνει ποτέ!


ΣΗΜ. Αν την ακούγατε πίνοντας και τίποτα, θα ήταν το τέλειο. Συνιστώ -και λόγω της περιστάσεως- βόντκα Zubrowka, ένα πολωνέζικο αριστούργημα -καθόλου ακριβή, λίγο δυσεύρετη- που είναι αρωματισμένη με Hierochloe odorata, το χορτάρι που τρώνε οι βίσωνες. Ταιριάζει με Chopin και ο,τιδήποτε ερωτικό. Μη διανοηθείτε να την ανακατέψετε με τίποτα (μετά βίας πάγο).




Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2009

Duane Michals - The Adventures of Constantine Cavafy










Ο ΔΕΜΕΝΟΣ ΩΜΟΣ

Είπε που χτύπησε σε τοίχον ή που έπεσε.
Μα πιθανόν η αιτία νά ‘ταν άλλη
του πληγωμένου και δεμένου ώμου.

Με μια κομμάτι βίαιη κίνησιν,
απ’ ένα ράφι για να κατεβάσει κάτι
φωτογραφίες που ήθελε να δει από κοντά,
λύθηκεν ο επίδεσμος κι έτρεξε λίγο αίμα.

Ξανάδεσα τον ώμο, και στο δέσιμο
αργούσα κάπως. γιατί δεν πονούσε,
και μ’ άρεζε να βλέπω το αίμα. Πράγμα
του έρωτός μου το αίμα εκείνον ήταν.

Σαν έφυγε ηύρα στην καρέγλα εμπρός,
ένα κουρέλι ματωμένο, απ’ τα πανιά,
κουρέλι που έμοιαζε για τα σκουπίδια κατ’ ευθείαν.
και που στα χείλη μου το πήρα εγώ,
και που το φύλαξα ώρα πολλή –
το αίμα του έρωτος στα χείλη μου επάνω.




ΤΟ ΔΙΠΛΑΝΟ ΤΡΑΠΕΖΙ

Θά ‘ναι μόλις είκοσι δυο ετών.
Κι όμως εγώ είμαι βέβαιος που, σχεδόν τα ίσα
χρόνια πρωτύτερα, το ίδιο σώμα αυτό το απήλαυσα.

Δεν είναι διόλου έξαψις ερωτισμού.
Και μοναχά προ ολίγου μπήκα στο καζίνο.
δεν είχα ούτε ώρα για να πιω πολύ.
Το ίδιο σώμα εγώ το απήλαυσα.

Κι αν δεν θυμούμαι, που – ένα ξέχασμά μου δεν σημαίνει.

Α τώρα, να, που κάθησε στο διπλανό τραπέζι
γνωρίζω κάθε κίνηση που κάμνει – κι απ’ τα ρούχα κάτω
γυμνά τα’ αγαπημένα μέλη ξαναβλέπω.





ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 1908

Τον χρόνο εκείνον βρέθηκε χωρίς δουλειά.
και συνεπώς ζούσεν απ’ τα χαρτιά,
από το τάβλι, και τα δανεικά.

Μια θέσις, τριώ λιρών τον μήνα, σε μικρό
χαρτοπωλείον του είχε προσφερθεί.
Μα την αρνήθηκε, χωρίς κανένα δισταγμό.
Δεν έκανε. Δεν ήτανε μισθός γι’ αυτόν,
νέον με γράμματ’ αρκετά, και είκοσι πέντ’ ετών.

Δυο, τρία σελίνια την ημέρα κέρδιζε, δεν κέρδιζε.
Από χαρτιά και τάβλι τι να βγάλει το παιδί,
στα καφενεία της σειράς του, τα λαϊκά,
όσο κι αν έπαιζ’ έξυπνα, όσο κι αν διάλεγε κουτούς.
Τα δανεικά, αυτά δα ήσαν κ’ ήσαν.
Σπάνια το τάληρο εύρισκε, το πιο συχνά μισό,
κάποτε ξέπεφτε και στο σελίνι.

Καμιά εβδομάδα, ενίοτε πιο πολύ,
σαν γλύτωνεν απ’ το φρικτό ξενύχτι,
δροσίζονταν στα μπάνια, στο κολύμβι το πρωί.

Τα ρούχα του είχαν ένα χάλι τρομερό.
Μια φορεσιά την ίδια πάντοτ’ έβαζε, μια φορεσιά
πολύ ξεθωριασμένη κανελιά.

Α μέρες του καλοκαιριού του εννιακόσια οκτώ,
απ’ το είδωμά σας, καλαισθητικά,
έλειψ’ η κανελιά ξεθωριασμένη φορεσιά.

Το είδωμά σας τον εφύλαξε
όταν που τά ‘βγαζε, που τά ‘ριχνε από πάνω του,
τ’ ανάξια ρούχα, και τα μπαλωμένα εσώρουχα.
Κ’ έμενε ολόγυμνος. άψογα ωραίος. ένα θαύμα.
Αχτένιστα, ανασηκωμένα τα μαλλιά του.
τα μέλη του ηλιοκαμένα λίγο
από την γύμνια του πρωϊού στα μπάνια, και στην παραλία.




ΘΥΜΗΣΟΥ, ΣΩΜΑ…

Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγαπήθηκες,
όχι μονάχα τα κρεβάτια όπου πλάγιασες,
αλλά κι εκείνες τες επιθυμίες που για σένα
γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά,
κ’ ετρέμανε μες στην φωνή – και κάποιο
τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε.
Τώρα που είναι όλα πια μέσα στο παρελθόν,
μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίες
εκείνες σαν να δόθηκες – πώς γυάλιζαν,
θυμήσου, μες στα μάτια που σε κοίταζαν.
πώς έτρεμαν μες στην φωνή, για σε, θυμήσου, σώμα.










Ο Αμερικανός φωτογράφος Duane Michals δημιούργησε μια σειρά από φωτογραφικές σπουδές πάνω σε ποιήματα του Καβάφη, χρησιμοποιώντας τον ηθοποιό Joel Grey (που έπαιζε τον κομπέρ στο Cabaret) και μερικούς νεαρούς ηθοποιούς.
Εμφανίζει τον ποιητή να ζει τα ποιήματά του στους δρόμους μιας αμερικανικής πόλης.

Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2009

Ιππόλυτος


Σελίδες από το πρόγραμμα του Εθνικού Θεάτρου για τα "Επιδαύρια" 1974.
Ευριπίδη: "Ιππόλυτος".














Τρίτη, 7 Ιουλίου 2009

Φαίδρα ή η απόγνωση


Η Φαίδρα τα κάνει όλα. Εγκαταλείπει τη μητέρα της στον ταύρο, την αδερφή της στη μοναξιά: δεν την ενδιαφέρουν αυτές οι μορφές της αγάπης. Εγκαταλείπει τον τόπο της όπως απαρνιόμαστε τα όνειρά μας. Απαρνιέται το σόι της όπως ξεπουλάμε τις αναμνήσεις μας. Μέσα σ’ αυτόν τον κύκλο όπου η αθωότητα είναι μια αμαρτία, παρίσταται με αηδία σ’ αυτό που θα καταλήξει να γίνει. Η μοίρα της, ιδωμένη απ’ έξω, της προκαλεί τη φρίκη. Δεν την γνωρίζει ακόμα παρά στη μορφή των ξερών επιγραφών πάνω στα τείχη του Λαβυρίνθου: ξεφεύγει, με τη φυγή, από το φρικτό μέλλον της. Παντρεύεται αφηρημένα τον Θησέα, όπως η Αγία Μαρία η Αιγυπτία πλήρωνε με το κορμί της το αντίτιμο των ταξιδιών της. Αφήνει να βουλιάξουν στη Δύση μέσα σε μια καταχνιά από μύθους τα γιγαντιαία σφαγεία εκείνης της Κρητικής Αμερικής. Ξεμπαρκάρει ποτισμένη από τις μυρωδιές του ράντσου και τα φαρμάκια της Αϊτής χωρίς να υποψιάζεται πως κουβαλά μέσα της τη λέπρα που άρπαξε κάτω από έναν φλογερό Τροπικό της καρδιάς. Το θάμβος της στη θέα του Ιππόλυτου είναι θάμπωμα μιας ταξιδιώτισσας που ανακαλύπτει ότι παλινδρόμησε χωρίς να το ξέρει: το προφίλ αυτού του παιδιού της θυμίζει την Κνωσό και το πελέκι το δίκοπο. Το μισεί, το ανασταίνει. Όσο μεγαλώνει τη μάχεται, απωθημένος από το μίσος της, συνηθισμένος να δυσπιστεί από πάντα προς τη γυναίκα, αναγκασμένος, από το κολλέγιο κιόλας, από τις διακοπές της Πρωτοχρονιάς κιόλας, να υπερπηδά τα εμπόδια που του όρθωνε γύρω του η έχθρα μιας μητριάς. Αυτή, ζηλεύει τα βέλη του, με άλλα λόγια τα θύματά του, τους συντρόφους του, με άλλα λόγια τη μοναξιά του. Μέσα σ’ αυτό το παρθένο δάσος που είναι ο τόπος του Ιππόλυτου, έμπηξε άθελά της τους πασσάλους του ανακτόρου του Μίνωα: μέσα από αυτές τις ανάλαφρες τις ομίχλες, χαράζει το μονόδρομο μονοπάτι της Μοίρας. Κάθε στιγμή που περνά δημιουργεί τον Ιππόλυτο. Ο έρωτάς της είναι σίγουρα μία αιμομιξία. Δεν μπορεί να σκοτώσει αυτό το αγόρι χωρίς να διαπράξει ένα είδος παιδοκτονίας. Κατασκευάζει την ομορφιά του, την αγνότητά του, τις αδυναμίες του. Τις αντλεί από τα βάθη του εαυτού της. Απομονώνει την αποκρουστική του αγνότητα για να μπορέσει να τη μισήσει κάτω από τη μορφή μιας ανούσιας παρθένας: απ’ όλα τα κομμάτια σφυρηλατεί την ανύπαρκτη Αρίκη. Μεθάει από τη γεύση του ανέφικτου, του μόνου αλκοόλ που πάντα χρησιμεύει σαν βάση για όλες τις αναμίξεις της δυστυχίας. Μέσα στο κρεβάτι του Θησέα έχει την πικρή απόλαυση να απατά, στην πραγματικότητα αυτόν που αγαπά και στη φαντασία της αυτόν που δεν αγαπά. Είναι μητέρα: έχει παιδιά όπως θα είχε τύψεις. Μέσα στα νοτισμένα από τον πυρετό σεντόνια παρηγοριέται με εξομολογήσεις ψιθυριστές που ανατρέχουν στις ομολογίες των παιδικών χρόνων, που ψελλίζονται στο λαιμό της τροφού. Βυζαίνει τη δυστυχία της: που στο τέλος γίνεται η άθλια θεραπαινίδα της Φαίδρας. Μπροστά στην ψυχρότητα του Ιππόλυτου μιμείται τον ήλιο όταν χτυπά ένα κρύσταλλο: μεταμορφώνεται σε φάσμα. Δεν κατοικεί πια στο σώμα της παρά σαν στην ίδια την κόλασή της. Ξαναπλάθει μέσα στα βάθη του εαυτού της το Λαβύρινθο μέσα στον οποίο αναγκαστικά ξαναβρίσκεται: ο μίτος της Αριάδνης δεν της επιτρέπει πια να βγει απ’ αυτόν αφού τον τυλίγει γύρω από την καρδιά της. Γίνεται χήρα. Μπορεί επιτέλους να κλάψει χωρίς να την ρωτάνε γιατί. Αλλά το μαύρο δεν ταιριάζει σ’ αυτή τη σκοτεινή μορφή: μέμφεται το πένθος της που ξεγελάει τον πόνο της. Απαλλαγμένη απ’ τον Θησέα φέρει την ελπίδα της σαν μια επαίσχυντη μεταθανάτια εγκυμοσύνη. Ασχολείται με την πολιτική για να ξεδώσει ο νους της. Δέχεται την Αντιβασιλεία όπως θ’ άρχιζε να πλέκει ένα σάλι. Η επιστροφή του Θησέα έρχεται πολύ αργά για να την ξαναγυρίσει στον κόσμο των τύπων όπου καταλύει αυτός ο κρατικός άνδρας. Δεν μπορεί να ξαναγυρίσει σ’ αυτόν παρά μόνο μέσ’ από το ρήγμα μίας υπεκφυγής. Εφευρίσκει, μία-μία απόλαυση, το βιασμό για τον οποίο κατηγορεί τον Ιππόλυτο, έτσι που το ψέμα της είναι γι’ αυτήν ένας κορεσμός. Λέει την αλήθεια: έχει υποστεί τις χειρότερες προσβολές. Η απάτη της δεν είναι παρά μια ερμηνεία. Παίρνει φαρμάκι, αφού είναι μιθριδατισμένη ενάντια στον εαυτό της. Η εξαφάνιση του Ιππόλυτου ανοίγει το κενό γύρω της. Ρουφηγμένη απ’ αυτό το κενό καταποντίζεται μέσα στο θάνατο. Εξομολογείται, προτού πεθάνει, για να έχει για μια τελευταία φορά την απόλαυση να μιλήσει για το έγκλημά της. Δίχως ν’ αλλάξει ο τόπος, ξαναβρίσκεται στο οικογενειακό ανάκτορο όπου το σφάλμα είναι μια αθωότητα. Σπρωγμένη από τη συρροή των προγόνων της, γλιστρά μέσα σ’ αυτούς τους διαδρόμους του μετρό, τους γεμάτους από μια μυρωδιά ζώου, όπου τα κουπιά σκίζουν τα λιπαρά νερά της Στυγός, όπου οι γυαλιστερές ράγες δεν προτείνουν άλλο από αυτοκτονία ή αναχώρηση. Βαθιά μέσα στις γαλαρίες της χθόνιας Κρήτης θα τον ξαναβρεί τελικά τον νεαρό άντρα, παραμορφωμένον από τις δαγκωματιές του θηρίου, αφού, για να τον ανταμώσει, θα έχει στη διάθεσή της όλους τους ελιγμούς της αιωνιότητας. Δεν τον έχει ξαναδεί από τη μεγάλη σκηνή της τρίτης πράξης. Εξαιτίας του είναι που έχει πεθάνει. Εξαιτίας της είναι που δεν έχει ζήσει. Δεν της οφείλει άλλο από το θάνατο. Του οφείλει τα τινάγματα μιας ακατάπαυστης αγωνίας. Έχει το δικαίωμα να τον καταστήσει υπεύθυνο για το έγκλημά της, για την ύποπτη αθανασία της στα χείλη των ποιητών που θα τη μεταχειριστούν για να εκφράσουν τις αιμομικτικές βλέψεις τους, όπως μπορεί, ο οδηγός που κείται πάνω στο δρόμο με συντριμμένο κρανίο, να κατηγορήσει το δέντρο πάνω στο οποίο επήγε και χτύπησε. Σαν όλα τα θύματα, υπήρξε ο δήμιός της. Λόγια συγκεκριμένα θα βγουν επιτέλους από τα χείλια της, που η ελπίδα δεν θα τρεμουλιάζει πια. Τι θα πει; Αναμφίβολα ευχαριστώ.


Πλάι σου, στο αεροπλάνο, δεν φοβάμαι πια τον κίνδυνο. Δεν πεθαίνομε παρά μόνοι.


Ποτέ δεν θα νικηθώ. Μόνο η νίκη θα με τσακίσει. Καθώς η κάθε ματαιωμένη ενέδρα με κλείνει μέσα στον έρωτα που στο τέλος θα γίνει ο τάφος μου, θα τελειώσω τη ζωή μου μέσα σ’ ένα μπουντρούμι από νίκες. Μόνη η ήττα, βρίσκει τα κλειδιά, ανοίγει τις πόρτες. Για να προλάβει τον δραπέτη, ο θάνατος, αναγκαστικά κινητοποιείται, χάνοντας εκείνη την ακαμψία που μας κάνει και τον αναγνωρίζομε σαν το σκληρό αντίστροφο της ζωής. Μας δίνει το τέλος ενός κύκνου χτυπημένου πάνω στο πέταγμά του, του Αχιλλέα που δεν γνωρίζομε ποια σκοτεινή Κρίση άδραξε από τα μαλλιά. Όμοια με τη γυναίκα που έσκασε μέσα στο διάδρομο του σπιτιού της στην Πομπηία, ο θάνατος δεν κάνει τίποτε άλλο από το να προεκτείνει , στον άλλο κόσμο, τους διαδρόμους της φυγής. Ο δικός μου ο θάνατος θα ‘ναι από πέτρα. Γνωρίζω τα περάσματα, τις γέφυρες που σηκώνονται, τις παγίδες, όλες τις καταχθόνιες σήραγγες της Μοίρας. Δεν μπορεί να χαθώ μέσα σ’ αυτά. Για να με σκοτώσει, ο θάνατος, θα χρειαστεί τη συνενοχή μου.


Έχεις προσέξει ότι οι εκτελεσμένοι σωριάζονται, πέφτουν στα γόνατα; Χαλαροί, σε πείσμα των σκοινιών τους, λυγίζουν σαν να λιγοθυμούνε εκ των υστέρων. Κάνουνε σαν κι εμένα. Λατρεύουν το θάνατό τους.


Δεν υπάρχει δυστυχισμένος έρωτας: δεν κατέχομε παρά εκείνο που δεν κατέχομε. Δεν υπάρχει έρωτας ευτυχισμένος: αυτό που κατέχομε δεν το κατέχομε πια.


Τίποτα δεν έχω να φοβηθώ. Έχω φθάσει στον πάτο. Δεν μπορώ να πέσω πιο χαμηλά από την καρδιά σου.



(Marguerite Yourcenar "ΦΩΤΙΕΣ", μετάφραση Ιωάννας Δ. Χατζηνικολή, εκδ. Χατζηνικολή, 1984)


Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2009

Σάββατο, 4 Ιουλίου 2009

Cabinet de curiosites 4
















Αλλάζουν οι εποχές, αλλάζουν και τα μέσα. Στην ψηφιακή εποχή το πινέλο είναι ψηφιακό και η παλέτα περιλαμβάνει μερικά εκατομμύρια χρώματα, σε απόδοση υψηλής ευκρίνειας φυσικά. Αυτό που δεν αλλάζει ίσως είναι η πηγή του ονείρου και του εφιάλτη, που αναβλύζει κάπου εκεί βαθιά στο υποσυνείδητο και ποτίζει χιλιάδες χρόνια τώρα την Τέχνη.

Γεννημένος το 1958 από Άγγλο προτεστάντη πατέρα και καθολική Ιρλανδή μητέρα (και παντρεμένος με Γιαπωνέζα) ο Καναδός Ray Caesar ζωγραφίζει στον υπολογιστή με τα προγράμματα Maya και Nonuniform. Αν ζούσε στον 18ο αιώνα θα ζωγράφιζε στο μουσαμά, αλλά η θεματογραφία του θα ήταν περίπου η ίδια: η ζαχαρένια και ρόδινη κοριτσίστικη σάρκα. Δίκαια λοιπόν έχει χαρακτηριστεί σαν digital rococo μια και (τηρουμένων των αναλογιών) επαναφέρει την ουσία της αισθητικής ενός Boucher στον 21ο αιώνα. Τα σχεδόν διαφανή κι επικίνδυνα supergirls του μοιάζουν σαν να βγήκαν μόλις από ένα πάρτυ της Μαρίας Αντουανέτας, φορώντας τη σκούφια της catwoman σ' έναν παράξενο hi-tech σουρεαλιστικό περίγυρο.

Για περισσότερα επισκεφτείτε την ιστοσελίδα του ζωγράφου, http://www.raycaesar.com/.

Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2009

Demetrio Stratos





Τον περασμένο μήνα συμπληρώθηκαν 30 χρόνια από το θάνατο του Demetrio Stratos. Ενός ακόμα σπουδαίου Έλληνα της διασποράς που ελάχιστοι δυστυχώς τον γνωρίζουν στην Ελλάδα, ενώ στο εξωτερικό θεωρείται ένας θρύλος της φωνητικής μουσικής.

Ποιος ήταν όμως ο Stratos;
Γεννημένος το 1945 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου από Έλληνες γονείς, ο Ευστράτιος Δημητρίου (αυτό ήταν το πραγματικό του όνομα), πήγε σε αγγλικό σχολείο και μελέτησε πιάνο και ακορντεόν στο Εθνικό Ωδείο. Στα τέλη της δεκαετίας του 50, λόγω των πολιτικών ταραχών, οι Δημητρίου φεύγουν από την Αίγυπτο και εγκαθίστανται αρχικά στη Λευκωσία και το 1962 στο Μιλάνο όπου ο Στράτος εγγράφεται μεν στην Αρχιτεκτονική αλλά ασχολείται με τη Μουσική. Εργάζεται σαν μουσικός και αργότερα σαν τραγουδιστής.
Έτσι αρχίζει μια σύντομη αλλά θεαματική καριέρα, που θα τον κάνει διάσημο στο χώρο της προοδευτικής ροκ (με το συγκρότημα Area) αλλά κυρίως στο χώρο της πειραματικής μουσικής που εκείνη ακριβώς την εποχή βρίσκεται στην ακμή της. Οι εθνομουσικολογικές του έρευνες, οι προσωπικές του εμπειρίες και μνήμες και η απίστευτη φωνητική του ικανότητα και τεχνική, θα τον φέρουν σ’ επαφή με τη μουσική και τη γενικότερη καλλιτεχνική πρωτοπορία της εποχής του (τον John Cage, τον Merce Cunningham, τον Andy Warhol, μεταξύ άλλων)
. Ο Demetrio Stratos ασχολήθηκε επιστημονικά και καλλιτεχνικά με τη σχέση ψυχής-φωνής-γλώσσας «θεωρώντας την εξερεύνηση των φωνητικών δυνατοτήτων σαν μέσο ψυχολογικής και πολιτικής απελευθέρωσης» (διαβάστε το πολύ καλό άρθρο στην Wikipedia). Η σύντομη αλλά γόνιμη ζωή του, τελείωσε στα 34 χρόνια του στη Νέα Υόρκη το 1979, μετά από μια πολύ επιθετική μορφή λευχαιμίας. Οι έρευνές του και οι ηχογραφήσεις του δεν έπαψαν να αποτελούν αντικείμενο μελέτης ενώ στη μνήμη του οργανώνονται εκδηλώσεις και δίνονται βραβεία που έχουν θεσπιστεί με τα’ όνομά του (Diamanda Galas 2005, Meredith Monk 2007, Fred Frith 2008).

Δείτε στο Youtube τις αναρτήσεις για τον Demetrio Stratos και ιδιαίτερα την Flautofonie.

Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2009

...ποδοσφαιρικά


Δεν χαίρομαι καθόλου που επιβεβαιώνονται όσα χρόνια τώρα φωνάζω urbi et orbi περί αλητείας στο ποδόσφαιρο. Και δεν εννοώ μόνο την "οπαδική" αλητεία αλλά -κυρίως- την υψηλά ιστάμενη. Να λοιπόν που τα ίδια γράφονται πλέον από τους πιο επίσημους κονδυλοφόρους (Mont Blanc φαντάζομαι), τεκμηριωμένα, με αριθμούς και αποδείξεις. Αυτονόητα όλα αυτά, θα μου πείτε. Ναι αλλά για ποιούς; Για μια μερίδα γραφικών όπως εγώ, που συνήθως τα επιχειρήματά μου ακούγονται βερεσέ. Έφτασα να διακηρύσσω ότι ακόμη και όσοι απλώς βλέπουν ποδόσφαιρο στην τηλεόραση, συνεισφέρουν με τον τρόπο τους στην ενθάρρυνση του φαινομένου, άρα ενοχοποιούνται και αυτοί για συνέργεια σε ...σύσταση και συμμορία.
Βέβαια, τα ίδια και χειρότερα συμβαίνουν και στον λεγόμενο "κλασικό" αθλητισμό που μέχρι πριν λίγα χρόνια εθεωρείτο περίπου ως η συνέχεια του Παρθενώνα, μέχρι που αποκαλύφθηκε κι αυτός. Η δίψα για χρήμα και εξουσία βρίσκεται παντού, γιατί θα έλειπε απ' τον αθλητισμό;
Αντιγράφω το σχετικό άρθρο της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ (2 Ιουλίου 2009)
Πρωταθλητής ξεπλύματος το ποδόσφαιρο


Εκθεση του ΟΟΣΑ εξηγεί γιατί αποτελεί το πλέον ελκυστικό άθλημα για... εγκληματίες

Σε «πλυντήριο» μαύρου χρήματος έχει εξελιχθεί τα τελευταία χρόνια το ποδόσφαιρο, με τα τεράστια ποσά που επενδύονται σε αυτό να συνδέονται ενίοτε με εγκληματική δραστηριότητα. Τη διαπίστωση αυτή κάνει η ομάδα εργασίας του ΟΟΣΑ για το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος (FATF), η οποία σε έρευνα που έδωσε χθες στη δημοσιότητα επιχειρεί να καθορίσει τους λόγους για τους οποίους το δημοφιλέστερο άθλημα στον κόσμο καθίσταται και το πλέον ελκυστικό για τους εγκληματίες.
Σύμφωνα με την έρευνα, ο τομέας του αθλητισμού αναλογεί στο 0,5%-3% του ΑΕΠ της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Ο λόγος αυτός είναι ένας εκ των οποίων το ποδόσφαιρο είναι «προφανής υποψήφιος» αποδέκτης βρώμικου χρήματος, ως άθλημα με εκατομμύρια παίκτες αλλά και φιλάθλους (υπενθυμίζεται ότι τους αγώνες του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2006, παρακολούθησαν περισσότεροι από 1 δισεκατομμύρια θεατές, αριθμός που αντιστοιχεί στο 15% του παγκόσμιου πληθυσμού).
Την ευάλωτη θέση του αποδίδει η FATF σε πληθώρα παραγόντων, οι οποίοι συνοψίζονται σε τρεις τομείς: τη δομή, τα οικονομικά και την «κουλτούρα».
Από πλευράς δομής, η πρόσβαση στην αγορά ποδοσφαίρου είναι εύκολη, με οπαδούς και παράγοντες κάθε κοινωνικής κατηγορίας και βαθμού... νομιμότητας να συχνάζουν στα ίδια μέρη. Τα δίκτυα των μετόχων είναι πολύπλοκα και αδιαφανή, υπάρχει έλλειψη επαγγελματισμού στη διοίκηση και μεγάλες διαφορές στη νομική δομή των εκάστοτε συλλόγων.
Παράλληλα, στο άθλημα αυτό διακινούνται τεράστια ποσά και διακυβεύονται αντίστοιχου μεγέθους συμφέροντα. Τα ποσά, σύμφωνα με την έρευνα, είναι παράλογα, την ώρα που τα αποτελέσματα των συναλλαγών είναι μη προβλέψιμα. Στο μεταξύ, παρά την τεράστια ανάπτυξη του κλάδου στο σύνολό του, πολλοί σύλλογοι βρίσκονται σε κακή οικονομική κατάσταση, κάτι που, επομένως, τους καθιστά δυνάμει πρόθυμους αποδέκτες κεφαλαίων από ύποπτες πηγές.
Σε ό,τι αφορά την «κουλτούρα» του αθλήματος, η έκθεση κάνει μνεία στην κοινωνικά ευάλωτη θέση ορισμένων παικτών, ιδίως νεαρής ηλικίας, οι οποίοι γίνονται εύκολα στόχος χειραγώγησης. Ταυτόχρονα, επισημαίνεται η απροθυμία του κοινού να διαλύσει αυταπάτες περί «αθωότητας» του αθλήματος, καθώς και το κοινωνικό κύρος του ποδοσφαίρου, το οποίο επιζητούν μεταξύ άλλων πολλοί εγκληματίες. Αυτό το κοινωνικό κύρος χαρακτηρίζει η έκθεση με τον όρο «μη υλικές απολαβές», καθώς προσφέρει την επιθυμητή νομιμοφάνεια και κοινωνική αναγνώριση εκτός υποκόσμου.

Τετάρτη, 1 Ιουλίου 2009

Μηδείς ακαλλιτέχνητος εισίτω






















Τις τελευταίες μέρες κυκλοφορεί στο Διαδίκτυο ένα powerpoint με τίτλο «Μηδείς αγεωμέτρητος εισίτω», που το έλαβα, βέβαια, κι εγώ. Επειδή λοιπόν έχω ασχοληθεί λιγάκι με τέτοια ζητήματα (εικαστικών), σκέφτηκα να σας το σχολιάσω, καταναλώνοντας λίγο από τον πολύτιμο χρόνο σας.

Ο ζωγράφος, όπως και ο μουσικοσυνθέτης αλλά και κάθε καλλιτέχνης εν τέλει, ξεκινάει τη δημιουργία ενός έργου εμφορούμενος κατά το έλασσον από την λεγόμενη «έμπνευση» (που είναι θέμα για άλλη συζήτηση) και κατά το μείζον από την γνώση της τεχνικής που διαθέτει. Η εμπειρία χιλιετηρίδων και η παράδοσή της από γενιά σε γενιά δημιούργησε κανόνες που αποτελούν την εργαλειοθήκη για το «χτίσιμο» ενός έργου τέχνης. Από 'κεί ξεκινούν οι πάντες. Ύστερα ο καθένας, ανάλογα με την εποχή και την ιδιοσυγκρασία του, δίνει στο έργο την ιδιαιτερότητα που θα αποτελέσει και την προσωπική του σφραγίδα. Οι μεγάλοι καλλιτέχνες της Ιστορίας είναι εκείνοι που δημιούργησαν νέους κανόνες, υπερβαίνοντας αλλά μη αγνοώντας τους παλιούς.

Από την Προϊστορία ήδη, αν κρίνουμε από τις αριστουργηματικές βραχογραφίες των Πυρηναίων και της Σαχάρας, αρχίζουν να απασχολούν τον καλλιτέχνη θέματα σχετικά με την ισορροπία του έργου, την κίνηση, την προοπτική κτλ.
Φαίνεται όμως ότι η πρώτη φορά που τίθενται συνειδητά και οργανωμένα τέτοια ζητήματα και μάλιστα με τρόπο που δεν αμφισβητήθηκε για αιώνες, είναι ο περίφημος «Κανών» του Πολυκλείτου. Μπαίνω στον πειρασμό να σας αναφέρω ότι ο Πολύκλειτος και ο Φειδίας είναι οι δυο διασημότεροι μαθητές του ξακουστού γλύπτη Αγελάδα από το Άργος. Είναι αυτοί που δημιούργησαν τον λεγόμενο «Αυστηρό Ρυθμό», με τα αιώνια και φωτοβόλα αριστουργήματά τους που κατηύγασαν τον Χρυσό Αιώνα.

«Κανών» ονομαζόταν το σχετικό σύγγραμμα του Πολυκλείτου και αποτυπώθηκε στον υπέροχο «Δορυφόρο του, ο οποίος δυστυχώς, σώθηκε μόνο μέσα από τα ρωμαϊκά αντίγραφά του. Ο Πολύκλειτος λοιπόν, μελετώντας το σώμα νεαρών αθλητών, καταλήγει σε πολύπλοκα μαθηματικά συμπεράσματα για τις σωστές αναλογίες του ανδρικού σώματος, που μέχρι και σήμερα θεωρούνται ιδανικές και συνοψίζουν το «καλός κ'αγαθός» (καλλονή-ανδρεία-σεμνότης). Για παράδειγμα, μεταξύ άλλων, ο Πολύκλειτος λέει ότι το ύψος του προσώπου και το ύψος της κεφαλής πρέπει να είναι ίσα με το 1/10 και το 1/8 του συνολικού ύψους του σώματος αντιστοίχως, το δε άθροισμα των υψών τραχήλου και κεφαλής να ισούται με το 1/6 του αναστήματος.

Στη ζωγραφική τώρα, ο καλλιτέχνης χρησιμοποιεί νοητούς άξονες για να προσδώσει ισορροπία στο έργο, να δημιουργήσει κορυφώσεις, όγκους, επιφάνειες, να εστιάσει την προσοχή κτλ. Με την έννοια αυτή και δεδομένου του ότι όπως λέει ο Αριστοτέλης, «το σημείο όταν κινηθεί παράγει γραμμή και η γραμμή όταν κινηθεί παράγει επιφάνεια» («Περί ψυχής»), όταν αυτοί οι άξονες εντοπίζονται, φυσικό είναι να δημιουργούν γεωμετρικά σχήματα. Ειδικά μετά τις μελέτες του Bruneleschi και του Alberti για την προοπτική, οι πίνακες θα αναλύονταν με πλήθος αξόνων που θα δημιουργούσαν περίπλοκα σχήματα. Από εκεί κι ύστερα αρχίζει η παραφιλολογία και ο δήθεν μυστικισμός. (Ο αληθινός μυστικισμός μπορεί να αναζητηθεί αλλού).

Για την περίφημη νωπογραφία (fresco) του Raffaello μπορείτε να διαβάσετε στην wikipedia: http://en.wikipedia.org/wiki/The_School_of_Athens. Το δικό μου (μορφολογικό) σχόλιο είναι ότι ο ζωγράφος, έχοντας να διαχειριστεί μια πολύ μεγάλη επιφάνεια (5m x 7.70m), κάνει μια εξαιρετική κατανομή του θέματος.
Θα παρατηρήσετε π.χ. ότι οι μορφές στ’ αριστερά είναι πιο απλωμένες, υπάρχει δε και η βάση ενός κίονα που χρησιμεύει σαν αναλόγιο στον Επίκουρο (αλήθεια, τίνος χέρια είναι στους ώμους του;) Αυτό προφανώς συμβαίνει επειδή ο Raffaello έχει να λύσει το πρόβλημα της πόρτας που βρίσκεται εκεί από κάτω και χαλάει τη συμμετρία. Για τον ίδιο λόγο, θα παρατηρήσετε ότι από τις μετώπες που έχουν ζωγραφιστεί κάτω από το έργο, η τελευταία δεξιά είναι μεγαλύτερη, για να ισορροπήσει την άλλη μεριά του τοίχου. Δείτε επίσης τις αλλεπάλληλες διακοπτόμενες Στοές (!) κάτω από τις οποίες γίνεται η σύναξη των σοφών, για να μπορεί να δικαιολογηθεί ο φωτισμός, όντας σ’ έναν …ημιυπαίθριο χώρο. Επιπλέον, οι αψιδωτές αυτές στοές εκμεταλλεύονται και συνεχίζουν προοπτικά το ημικυκλικό σχήμα της οροφής. Η μορφή του Διογένη καλύπτει με ωραίο τρόπο τα σκαλοπάτια μπροστά κι έτσι αποφεύγεται μία γραμμικότητα που μάλλον δεν επιθυμούσε ο καλλιτέχνης. Θα μπορούσαμε να μιλάμε για ώρες αναλύοντας τα επιμέρους στοιχεία, τα πως και τα γιατί (πόσο μάλλον αν είχαμε κι έναν ειδικό). Όσο για τους συμβολισμούς (αν θελήσει κανείς να επεκταθεί) ένα μόνο θα σας πω: πάνω αριστερά και δεξιά, βρίσκονται η Αθηνά και ο Απόλλων, δηλαδή οι δυο δικαστές του Αρείου Πάγου στην (πατριαρχική) Αισχυλική Ορέστεια. Και μόνο αυτή ως επιλογή θα μπορούσε να αποτελέσει ολόκληρο κεφάλαιο σ' ένα πολυσέλιδο βιβλίο ανάλυσης του έργου….

Η «Σχολή των Αθηνών» είναι ένα από τα βασικά τεκμήρια της λατρείας της Αναγέννησης για το κλασσικό Ελληνικό Πνεύμα (και όχι μόνο). Επισημαίνω τη φιλαρέσκεια με την οποία ταυτίζει ο Ραφαήλ σύγχρονά του πρόσωπα με αρχαίους Έλληνες (τον εαυτό του με τον Απελλή!) Αυτός είναι κυρίως ο λόγος (πέρα από την καλλιτεχνική του αξία) που κάνει το έργο εμβληματικό για την Ευρωπαϊκή Ιστορία.

Όσο για τα υπόλοιπα περί «κρυφής γεωμετρίας» όπως και για πολλά απ’ αυτά που βγάζουν στο Διαδίκτυο διάφοροι φωστήρες (ιερές γεωγραφίες, τρίγωνα με τα μαντεία κ.τ.λ.), να …κρατάτε και μικρά καλάθια!

Εικόνες:
Ο Δορυφόρος του Πολυκλείτου (εκδοχή του Μουσείου της Minneapolis).
Μελέτη αξόνων-εγεγραμμένων σχημάτων από γοτθικό χειρόγραφο.
H Pieta του van der Weyden και η ανάλυσή της.
Van der Weyden: Τα Eπτά Μυστήρια, ανάλυση
Μελέτη με άξονες του Picasso για την Guernica.