Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2008

Κρητικά και Σμυρναίικα


ΕΝΥΠΝΙΟ

Λένε πως αν σταθείς το καλοκαίρι νύχτα στο λιμάνι του Ηρακλείου από την έξω τη μεριά και είσαι τυχερός κι αλαφροϊσκιωτος, μπορεί να δεις να καταπλέει αργά, δίχως κυματισμό και θόρυβο η Σμύρνη, ολόφωτη, ακέρια, με τα καμπαναριά, τους μαχαλάδες, τους μπαξέδες και τ` αρχοντικά της. Δρόμοι, πλατείες και μαγαζιά ορθάνοιχτα, θέατρα, ταβέρνες, προκυμαίες, κι όμως δε βλέπεις άνθρωπο, τέτοια ερημιά…

Μια μοσχοβολιά από γαρύφαλλο, μαχλέπι και μαστίχα γεμίζει τον αέρα ανάκατη με τη θαλασσινή αρμύρα, κι αργά-αργά σηκώνεται ένας αμανές μαστορικός, ένα τραγούδι που όμοιό του, λεν, κανείς δεν έχει ξανακούσει. Σαν προσευχή μοιάζει, σαν κάλεσμα ερωτικό, σαν θρήνος, λόγια δεν ξεδιακρίνονται μα είναι τέτοιος ο καημός, τέτοια η γλύκα της φωνής κι η τέχνη του τραγουδιστή, που φουσκώνει το στήθος και σ` ανεβαίνουν δάκρυα στα μάτια.

Ύστερα φτάνουν μουσικές και γέλια και τραγούδια, αχνά στην αρχή, σαν νά `ρχονται βαθειά απ` τις μέσα κάμαρες, κι όλο δυναμώνουν, κι αντηχεί η πόλη ολόκληρη απ` τα βιολιά και τα σαντούρια, τα «όπα» των γλεντοκόπων και τα παλαμάκια, τα τσουγκρίσματα και τις παραγγελιές.

Τ` όραμα τούτο δεν κρατά πολύ. Με το χάραμα, σα νά` λυσε τους κάβους, αρχίζει να ξεμακραίνει, να σβήνει και να χάνεται στο πέλαγο όπως ήρθε, όπως έρχονται και φεύγουν στον ύπνο μας οι χαμένες αγάπες και μένει ένας λυγμός που για λίγο πονάει σα μαχαιριά κι ύστερα ξεχνιέται ο πόνος και μένει το τραγούδι. Γιατί έτσι είναι αυτή η τέχνη: σαν το νερό το δροσερό, που πίνεις δίχως να ξέρεις την πηγή του.

Ξημερώνει, κι απ` τη θάλασσα, απ` την ίδια τη μεριά, αρχίζει ν` ανεβαίνει ο ήλιος ο Κρητικός, ο πάνδημος νεαρός ταυροκαθάπτης που μπαίνει στην αρένα με το ζώμα του και τα χρυσά στολίδια. Τα πλοία τον χαιρετούν, τα πουλιά πετούν μεσούρανα για χάρη του, τα λιόδεντρα σκιρτούν να δέσουν τον καρπό, κι οι μαντιναδολόγοι, οι ιερείς του, κουρντίζουνε τις λύρες για να τον δοξολογήσουν. Γιατί σ` αυτούς δόθηκε η χάρη να στέκονται τη νύχτα μπρος στη θάλασσα και να διαβάζουν τους ίσκιους, να εξηγούν τα όνειρα, να δένουν τις αγάπες. Μονάχα αυτοί γνωρίζουν τις πηγές, οι άλλοι το ποτάμι…

(Μιχάλης Τρανουδάκης, εισαγωγικό σημείωμα στο δίσκο Λαλήματα Ονείρου με το Νίκο Ανδρουλάκη)

Δεν υπάρχουν σχόλια: