Παρασκευή, 16 Ιανουαρίου 2009

Για τη Μαρία













Εγώ πολλά κολλητηλίκια μαζί της δεν είχα, δεν ταιριάζαμε, δεν είχε μυστικά, κι ήταν λιγάκι παραπάνω για τα μέτρα μου. Η αμαξοστοιχία της πρωτοσυναντήθηκε με το ποδήλατό μου σε μια διασταύρωση στην Πλάκα, δουλεύαμε σε κοντινά μαγαζιά, τέλη του ’70. Πέρασε με ταχύτητα, ήτανε στις δόξες της τότε, εγώ τα βρήκα με την αδελφή της, άλλη ιστορία αυτή. Στα μέσα του ’80 την ξαναγνώρισα, στις συναυλίες του Χατζιδάκι, αυτή Ελένη, εγώ ακκορντεονίστας. «Έχω κάτι τραγούδια, θέλεις να τα πεις;» «Θέλω». Ευχαριστήθηκε κι ο Χατζιδάκις που έβλεπε σιγά-σιγά το πάλαι επιτελείο του αντίπαλου δέους να προσχωρεί, έκλεισε η δουλειά.
Κι αρχίσανε οι πρόβες. Έμπειρη μουσικά κι ευήκοη στις οδηγίες (έλεγε ο Χατζιδάκις ότι μόνο οι μεγάλοι τραγουδιστές ακούν αυτό που τους λες), ωστόσο απόμακρη, σαν νά ‘κανε κάτι που δεν ήταν δικό της. Όπως στην Ελένη που ακούς το δίσκο και δεν έχει αθωότητα, πόθο, χαμόγελο, πουτανιά, δεν ξέρει να χαϊδεύει, δεν έχει, πώς να το πω σεμνά, καταλαβαίνεις… είναι η Ρόζα Λούξεμπουργκ που διαβάζει τις «μέρες του 1903».
Θαρρώ πως τότε προσπαθούσε κι αυτή να κάνει τη μεταπολίτευσή της. Άφηνε τα «εμπρός σηκωθείτε» και το μεγάλο μικρούτσικο, κι έπιανε το μικρό μικρούτσικο και τα μυστήρια του ροκ, του λυρισμού και της μητρότητας. Δεν είμαι πολύ σίγουρος αν καταλάβαινε το καινούριο, ίσως δεν ήταν φτιαγμένη γι αυτά.
Τα ποιήματα του Χρονά, μαζί και τα τραγούδια, αν τα πάρεις τοις μετρητοίς τά ‘χασες. Θέλουν ψέμα. Η τραγικότητά τους είναι ο λυγμός που έρχεται μαζί με το ψέμα, η εκούσια ήττα, η ομορφιά η άμεσα παρελθούσα Είναι η μεγαλοπρέπεια της διανυκτερεύουσας όπερας που παίζει δια βίου η Ζυράννα (όποιος τό ‘χει τό ‘χει).
Η Μαρία όμως τό ‘κανε καλά. Γιατί ο Χατζιδάκις, μεγάλη γάτα (βασιλική τίγρη λέω) μ’ άφησε να κάνω τις ορχήστρες αλλά ήθελε να είναι ο ίδιος με τους τραγουδιστές (αληθινό σχολείο να τον ακούς να σκηνοθετεί τα τραγούδια). Εκείνος στην κονσόλα, εκείνη στο μικρόφωνο «Μαρία, τίποτα να μην είναι ίδιο τη δεύτερη φορά» ή «άκουσέ το, παιδί μου, άφησε το ρυθμό να σε οδηγήσει». Κι η Μαρία τό λεγε κανα-δυό φορές, τέλειο! Ήρθε κι ο Μέγας Γκουρού, ο Γκάτσος, άκουσε κι εκείνος, ενέκρινε με μια κίνηση του κεφαλιού, αυτό ήταν.
Ύστερα κάναμε κάτι λίγες συναυλίες μαζί, αδειάσαμε και κάτι ουίσκια. Εκεί ήταν που τη γνώρισα στ’ αλήθεια, καλής πάστας άνθρωπος, όταν φεύγαν οι άμυνές της ξεδιπλωνόταν μια ζεστασιά, μια γλύκα κι ένα «το κέρατό μου» αφοπλιστικό.

Η Δημητριάδη ανήκει στη μεγάλη τοιχογραφία της Αντίστασης και μόνο εκεί βρίσκεται η αυθεντική εικόνα της. Έσερνε τη φωνή και σήκωνε γήπεδα ολόκληρα και πλατείες. Που πρέπει νά ‘χεις και λαρύγγι και τσαγανό, κι εκείνη είχε κι απ’ τα δύο. Μπορεί να έγινε μονοδιάστατη, δεν ξέρω αν ήταν εξ αρχής, αλλά σ’ αυτή τη μια διάστασή της πέταγε στους αιθέρες.
Γεια σου λοιπόν Μαρία …πέτα, πέτα….

Δεν υπάρχουν σχόλια: