Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2008

Διήγημα


Ένα μικρό, ανέκδοτο διήγημα του φίλου Νίκου Ξένιου, συνεργάτη του αείμνηστου ΤΕΤΑΡΤΟΥ -για το οποίο θα επανέλθω εν καιρώ.



ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ


«Ο ήλιος κάθεται στη μέση του ουρανού. Οι αχτίδες του πηγαίνουν κάτω στον κόσμο. Και από τη σκάλα αυτή κατεβαίνει ο Τζουζέπε».
Επίτηδες έκανε πώς άκουσε άλλο πράγμα. Στο τηλέφωνο του ανήγγειλε μια καθόλα ομαλή γέννηση. Τεσσεράμισι κιλά, και τα μαλλάκια του παιδιού πυκνά. Θα έκανε πάνω του όλα τα τεστ, νοημοσύνης και προσωπικότητας, και είπε πως ήταν βέβαιη για όλα, γιατί το παιδί ήταν αγόρι. «Αγόρι», ξαναείπε με έμφαση, και ο πατέρας ακούστηκε στο τηλέφωνο κουρασμένος.
Σαν να είχε δει ένα κομμάτι της ζωής του να διαγράφεται. Όχι να διαγράφεται σαν φιγούρα στον ορίζοντα, αλλά να διαγράφεται εντελώς, με ένα χι.
«Ο Τζουζέπε υπάρχει μέσα σε όλους μας. Είναι το άγρυπνο μάτι που μας παρακολουθεί, που θα παρακαλέσει για μας, που θα μας σώσει, που θα μας μαλώσει. Αυτός που μας μοιάζει, και που θέλει να του μοιάζουμε. Πάντρε Πατρόνε, πρωταγωνιστής του φιλμ της παιδικής μας ηλικίας».
Λεπτομερείς περιγραφές των πόνων μιας γέννας. Ρυθμίσεις ακούσιες για την πραγματοποίηση μιας ζωής, αμφίβολη έναρξη και τέλος μιας προηγούμενης ζωής. Πρέπει να αποδειχτεί πως όλα τούτα είναι σκόπιμα. Κόκκινοι κύκλοι κάτω από τα μάτια της μητέρας, κι αυτή η συγκεκριμένη, απτή έκφανση της θηλυκότητας, της έμπνευσης, σε ένα τόσο μικρό κορμί. Πώς χώρεσαν όλα τούτα σ’ αυτό το κορμάκι…
Μια ωτοασπίδα για τους άλλους γύρω. Στις θερμοκοιτίδες τους τα πρόωρα μωρά. Τα ακριβή οικογενειακά ημερολόγια στο σημείο της εκκίνησης, τα μωρουδιακά ήδη τακτοποιημένα στο συρτάρι. Εντομοκτόνο που διαφημίζεται στο διάλειμμα της τηλεοπτικής ταινίας και αυτή η βεράντα πάνω από το γήπεδο του Παναθηναϊκού στην Αλεξάνδρας. Για να μη χαθεί άσκοπα ο χρόνος. Παίζει ένα μινουέτο, και ο Τζουζέπε μου βάζει κρυφά χρήματα στο χέρι, με τον τρόπο που μονάχα ο Τζουζέπε ξέρει, έναν τρόπο που σε κάνει να νιώθεις ασφαλής και άχρηστος ταυτόχρονα. Θα βρεθεί αργότερα στο λιμάνι δίπλα μας για να μας πει τι πρέπει να κάνουμε, πού πρέπει να προσευχηθούμε. Πως πρέπει να προσευχηθούμε σ’ Αυτόν.
Τι να ‘ταν άραγε αυτός ο βόμβος από τα ζωηρά, ασυγχρόνιστα κλάματα των μωρών; Προειδοποίηση ή συγκάλυψη; Άλλοθι ίσως… Ένα πεταμένο μισόκιλο παγωτό βανίλια στην Εθνική Οδό. Το πρόσωπό του ένα λιμάνι αγωνία. Δυο τρεις νεόκοπες ρυτίδες δουλεύονται ακόμα, και η αγωνία χαράζει τις κόλλες του ημερολογίου του.

Εκεί γράφει γι’ Αυτόν που του μοιάζουμε, που υιοθετούμε τις αξίες και τις στάσεις του, που από Αυτόν εκπορεύεται Το πνεύμα και η στύση μας. Και η τιμωρία μας, και η απαγόρευση της στύσης.
Δυο τεράστια φανταστικά μπρασελέ κρεμασμένα στο κενό. Η μνήμη των αρχαίων προγόνων. Σχετική πάντα με αυτό το Όνομα. Είναι οι λαβύρινθοι της σιωπής που τον καλούν, που τον απειλούν. Περιμένουν στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής, είναι οι πελάτες της κάθε πόρνης στο Σόχο, κάνουμε να τους φτύσουμε, να τους πετροβολήσουμε, μα αυτοί ξαναφυτρώνουν λερναίες ύδρες από παντού και μας χαρτζιλικώνουν για να κοιμηθούμε με αυτές τις πουτάνες. Το παιδικό του δωμάτιο ένα μικρό κελί με τη φωνή Εκείνου «Εις το επανιδείν» να λέει και «Αγόρι μου, γέρασα, πώς κατάντησα»…
Αν η ζωή μας εξαρτιόταν από κάτι, αυτό θα είχε το όνομα μας ρίζας πανάρχαιας, μιας Καταγωγής, να πούμε… Στη δική Του μεγαλοθυμία απευθύνεται κάθε μας επιτυχία και κάθε κακότεχνο φάουλ που διαπράττουμε. Τα μωρά συντονίστηκαν στις θερμοκοιτίδες τους, κι αυτός άρχισε να γράφει, αναβάλλοντας, για να τα ξαναδεί αύριο τα πράγματα, χωρίς αυτή τη Βία που δικαιώνεται από το όνομα Εκείνου, χωρίς αυτή τη λαμπάδα που ανάβει γι’ Αυτόν, χωρίς την Ευθύνη…
Χωρίς την Ευθύνη…
Εις το επανιδείν, λοιπόν, και να τα ξαναπούμε αύριο, χωρίς το βόμβο του Τζουζέπε στ’ αυτιά. Μια μισαρχινισμένη ιστορία, η γυναίκα του μόλις είχε ζυγίσει το μωρό και ένα σμήνος από φτερωτά μελισσόπουλα οι Σημασίες σφυροκοπούσαν στις γωνιές του μυαλού του.
Πατέρας πια…

Σοβαρές οι Σημασίες κι ανέκφραστες μέσα στην ανεπανάληπτη πλήξη τους…

Νίκος Ξένιος


Δεν υπάρχουν σχόλια: